Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Το '21 ξεκίνησε στην Κίμωλο ( Μέρος 3ο)

Η ομάδα του History of Kimolos σας εύχεται Χρόνια Πολλά με υγεία και ευτυχία!


ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Αν δεν κατανοήσει κάποιος το φαινόμενο της πειρατείας στη θάλασσα του Αιγαίου  στα χρόνια πριν και κατά την διάρκεια της επανάστασης είναι σχεδόν αδύνατο να καταλάβει πως και γιατί επαναστάτησαν οι έλληνες απέναντι στην πολλαπλή τυραννία που ταλαιπωρούσε με ακραίο τρόπο τους πληθυσμούς των νησιών (και όχι μόνο) επιβάλλοντας μια κατάσταση τρελλοκομείου όπου τελικά όλοι στρέφονταν εναντίον όλων.

Τόμοι θα μπορούσαν να γραφτούν γι’ αυτή την αλλόκοτη κατάσταση όπου η αναγκαστική συμμετοχή στα πειρατικά δρώμενα λειτουργούσε όχι σαν διέξοδος στο κοινωνικό και οικονομικό αδιέξοδο αλλά σαν μηχανισμός επιβίωσης και  απονενοημένο διάβημα  απέναντι σε μια προδιαγεγραμμένη τραγική μοίρα έστω και χωρίς μεγάλο και ασφαλή χρονικό ορίζοντα καθώς πειρατεία σήμαινε ντε φάκτο συμμετοχή σ’ ένα ατέλειωτο εξοντωτικό πόλεμο. 



Το επαναστατικό σύνθημα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η ΘΑΝΑΤΟΣ οριοθετούσε και καθόριζε με πληρότητα  το αίτημα απαλλαγής απ’ αυτή τη φρικτή κατάσταση βάζοντας πρώτα και πάνω απ’ όλα το αίτημα της αυτοδιάθεσης και του ελεύθερου εθνικού προσδιορισμού χωρίς ‘’νόμιμους’’ και ‘’παράνομους’’ δυνάστες.

Γι’ αυτό και στην περιγραφή της πρώτης ναυτικής συμπλοκής της ελληνικής παλιγγενεσίας βλέπουμε να γίνεται αναφορά στο πειρατικό φαινόμενο τόσο με την συμμετοχή Σπετσιωτών σε πειρατική επιδρομή όσο και στην κατηγορηματική  διαβεβαίωση του Αντωνίου Σάρδη ότι κατά την σύλληψη της τουρκικής κορβέτας … δεν απήλαυσα εξ αυτής ουδέ λεπτόν … ξεκαθαρίζοντας ότι το περιστατικό αποτελούσε πολεμική επιχείρηση και όχι πειρατική ενέργεια με όλα τα λάφυρα που προέκυψαν να προστίθενται στο κεφάλαιο της νεόκοπης ακόμα επανάστασης.

Προτού συνδέσουμε με τη σειρά μας το περιστατικό που εξετάζουμε με το φαινόμενο της πειρατείας αξίζει να διαβάσει κανείς το εξαιρετικό (περί πειρατείας) κείμενο του συγγραφέα και ιστορικού ερευνητή Γεώργιου Κολοβού που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΝΑΥΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ το 2006 και μας δίνει εξαιρετικά πολύτιμες ιστορικές πληροφορίες που βοηθούν καταλυτικά και τη δική μας ανάλυση.

Η πειρατεία στο Αιγαίο κατά τα χρόνια της Ελληνικής επανάστασης (1821-1827)



Στα μέσα του 18ου αιώνα, το Οθωμανικό Ναυτικό διατηρούσε ίχνη μόνο από την παλιά του δόξα. Κάθε είδους πειρατές (Αλγερινοί, Τυνήσιοι κ.α.) λεηλατούσαν νησιά και παράλια της Μεσογείου, καθώς και εμπορικά πλοία. Το 1788, η Πύλη για να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση, επέτρεψε στους Έλληνες ναυτικούς, να εξοπλίσουν επίσημα πλέον τα πλοία τους, ώστε να μπορούν να προστατευτούν αποτελεσματικά, αποκρούοντας τις πειρατικές επιθέσεις. Ο εξοπλισμός των πλοίων είχε άμεσο αποτέλεσμα τη μείωση των πειρατικών επιθέσεων και τη σωτηρία ανθρώπινων ζωών, πλοίων και εμπορευμάτων.

Αυτή η απόφαση, σηματοδότησε νέα ώθηση στη ναυτική ανάπτυξη και την ευημερία ελληνικών περιοχών που οι κάτοικοί τους είχαν ως κύρια ασχολία τη ναυτιλία (Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά, Πόρος, Κάσος, Γαλαξίδι Τρίκερι). Η επανάσταση της Γαλλίας και οι ευρωπαϊκοί πόλεμοι που ακολούθησαν, προκάλεσαν την αύξηση των κερδών – μέσω του εμπορίου – των ναυτικών και τους έδωσαν τη δυνατότητα να αυξήσουν τον αριθμό των πλοίων, να βελτιώσουν την κατασκευή τους ώστε να γίνουν πιο ταχύπλοα και να ταξιδεύουν με περισσότερα άτομα, από το συνηθισμένο πλήρωμα.

Μέχρι και την έναρξη της Επανάστασης, όπως ήταν φυσικό, δεν υπήρξαν νομοθετικά κείμενα για την πάταξη της πειρατείας. Ωστόσο με την κήρυξη του Αγώνα, εκδόθηκε από τα νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά, διάταξη για την διανομή των λειών (30 Μαρτίου 1821) με την οποία θεσπίστηκαν και οι πρώτες κυρώσεις κατά των πειρατών. Την ανωτέρω διάταξη, υιοθέτησε και το Υπουργείο των Ναυτικών, όταν συστήθηκε για πρώτη φορά στη Κόρινθο την 6 Μαρτίου 1822, αποτελούμενο από έναν αντιπρόσωπο από κάθε προαναφερθέν νησί.

Στις 19 Απριλίου 1821, σε προκήρυξη των κατοίκων της Ύδρας τονιζόταν ο σεβασμός στην ουδέτερη σημαία και εφιστόταν η προσοχή στην αμερόληπτη νηοψία. Πιο συγκεκριμένα, τόνιζαν ότι όλοι έπρεπε να σέβονται τα πλοία με ουδέτερη σημαία, έστω και αν αντιπροσώπευαν εχθρικά συμφέροντα και να τα εμποδίσουν μόνο αν μετέφεραν στρατεύματα ή πολεμοφόδια, αλλά και τότε να παίρνουν τα πολεμοφόδια καταβάλλοντας την αξία τους και ύστερα να τα οδηγούν άθιχτα, μαζί με τα εχθρικά στρατεύματα στα λιμάνια από όπου είχαν ξεκινήσει.

Κατά την πρώτη έξοδο του ελληνικού στόλου (22 Απριλίου 1821), ένα από τα πλοία των Σπετσών υπό των πλοίαρχο Αργύριο Στεμνιτζιώτη, κατέλαβε μια αυστριακή γολέτα με Τούρκους επιβάτες, των οποίων άρπαξε πολλά πράγματα και έβαλε τη ζωή τους σε κίνδυνο. Με αυστηρή διαταγή όμως του στόλου, οι επιβάτες έμειναν άθικτοι και έφυγαν όλοι σώοι με την αυστριακή γολέτα, αφού πρώτα τους επιστράφηκαν τα πράγματα τους, ενώ ο παραβάτης πλοίαρχος γύρισε τιμωρημένος στο νησί του. Αυτή η ενέργεια του στόλου, έδειχνε τις προθέσεις των προκρίτων των τριών νησιών, να κρατήσουν την τάξη στη θάλασσα και να σεβαστούν τις ουδέτερες σημαίες. «Βάσιμος σκοπός μας είναι» έγραφαν οι Σπετσιώτες, «να διαφυλάξουμε τα δίκαια των εθνών». 
Στις 23 Απριλίου του 1821, στο πρώτο «προκήρυγμα του ελληνικού στόλου» αναφέρεται ρητά ότι «στόχος των Ελλήνων είναι οι Οθωμανοί και όχι οι άλλες δυνάμεις που είναι σεβαστές και τιμώμενες και ότι όποιος πειράξει αδίκως και ληστρικώς ή πλοίο ελληνικό ή άντρα χριστιανό ή άλλης δύναμης ουδέτερης, θα κρίνεται εχθρός του γένους και θα καταστρέφεται».
Στις 27 Απριλίου, ο στόλος έφτασε στη Βρύση του Πασά, στο βόρειο μέρος της Χίου. Την επόμενη ο Γιακουμάκης Τομπάζης, που είχε εκλεγεί αρχηγός του υδραίικου στολίσκου και ναύαρχος του στόλου, έδωσε όρκο, (ολόκληρο το υπόδειγμα όρκου ΕΔΩ ) όπου μεταξύ άλλων ανέφερε : «να κινήσω το ναυτικόν της Ύδρας κατά του βαρβάρου τυράννου της πατρίδος και των οπαδών του, χωρίς να βλάψω άλλον, όπου κριθή εύλογον από το κοινόν συμβούλιον, …να σέβωμαι την ιδιοκτησία των αθώων ομογενών μας, των ευρωπαϊκών υπηκόων και αυτών των Τούρκων, όταν παραδίδωσι τα όπλα χωρίς πόλεμον., …να φέρω ή να στείλω εις Ύδραν το μέρος των λαφύρων όπου ο παρών στόλος ήθελε κάμει, δια να τα μοιράσει η πατρίς κατά τους νόμους όπου θέλει διορίσει. Αν δε παραβώ τον άνω ζητηθέντα όρκον μου, κηρύττομαι ανάξιος του εμπιστευθέντος μοι υπουργήματος και υπόχρεως να δώσω λόγο είς τον Θεόν, εις την πατρίδα μου και εις όλους τους αρχηγούς του γένους.»

Ο Δημήτριος Υψηλάντης τον Ιούλιο του 1821, σε εγκύκλιο που εξέδωσε μεταξύ των άλλων καθόρισε και τις πρώτες διατάξεις περί καταδρομής. Σ΄ αυτή έλεγε : «όποιος θέλει να αρματώσει και να εκβή εις κούρσος, πρέπει να πάρει από τους εφόρους του τόπου του αποδεικτικόν της τιμιότητος και αξιότητός του και με το αποδεικτικόν τούτο, να έρχεται εις μίαν των τριών νήσων, Ύδρα, Σπέτζιες και Ψαρά προκειμένου να πάρουν την άδεια». Στη συνέχεια καθόριζε τις συνέπειες για κείνους που δεν εφάρμοζαν σωστά την εγκύκλιο και ρύθμιζε τα της διανομής της λείας. Σε εκτέλεση σχετικού ψηφίσματος του πρώτου Ελληνικού Συντάγματος της Επιδαύρου, δημιουργήθηκε για την διανομή των λειών και τιμωρία των πειρατών το «Θαλάσσιον Κριτήριον». Το δικαστήριο αυτό, απαρτιζόταν από πέντε μέλη και εκδίκαζε από τις 17 Απριλίου 1823, τις ανωτέρω υποθέσεις και ήταν το πρώτο ελληνικό δικαστήριο. Αργότερα από τον Καποδίστρια, συστήθηκε και «Ανώτατο Συμβούλιο της ανακρίσεως των αποφάσεων» του «Θαλάσσιου Κριτηρίου», συγκροτημένο από τέσσερα μέλη και στο οποίο εκδικαζόντουσαν οι εφέσεις των υποθέσεων του «Θαλασσίου Κριτηρίου».
Ωστόσο όταν το 1822, η Προσωρινή Διοίκηση διακήρυξε τον αποκλεισμό των τουρκικών φρουρίων, πολλά ευρωπαϊκά πλοία διασπούσαν τους αποκλεισμούς προμηθεύοντας τους πολιορκημένους Τούρκους. Έλληνες ναυτικοί ανέλαβαν να σταματήσουν αυτούς τους ανεφοδιασμούς, αλλά παράλληλα άδραξαν την ευκαιρία και ναυτικοί, οι οποίοι δρώντας ως κοινοί πειρατές, επετίθεντο προς αναζήτηση λείας στα σκάφη που διεξήγαγαν εμπόριο στη Μεσόγειο. Όμως στις αρχές του Αγώνα, τα ευρωπαϊκά κράτη δεν είχαν αναγνωρίσει στους Έλληνες το δικαίωμα των εμπολέμων και έτσι δεν αναγνώριζαν τη νομιμότητα των καταδρομών χαρακτηρίζοντας αυτές σαν πράξεις πειρατικές.

Εδώ θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ πειρατών και κουρσάρων. Οι κουρσάροι ασκούσαν πολεμική πειρατεία ή κούρσεμα. Πρόκειται για πολεμικές πράξεις που είχαν την έγκριση και την υποστήριξη της κυβέρνησης του κράτους από το οποίο προέρχονταν οι κουρσάροι ή μιας άλλης. Αυτές οι πράξεις, απέβλεπαν στο να παρενοχλούν τις θαλάσσιες μεταφορές των εμπολέμων (επίθεση σε εχθρικές βάσεις και πλοία και αρπαγή φορτίων) και να ελέγχουν τις μεταφορές των ουδετέρων, ασκώντας νηοψία. Αντίθετα η πειρατεία γινόταν χωρίς κυβερνητική έγκριση και μόνο για ληστεία. Στην πράξη όμως, τα πράγματα δεν ήταν τόσο ξεκάθαρα και πολλοί πειρατές αναγνωρίζονταν από τις κυβερνήσεις τους και έπαιρναν δίπλωμα κουρσάρου με τον όρο να επιτίθεντο σε εχθρικά πλοία. Σε περίπτωση ανάγκης, είχαν την έγκριση να εισέλθουν σε ουδέτερα λιμάνια για ανεφοδιασμό ή επισκευές.






Στα τέλη του δεύτερου έτους της Επανάστασης και στις αρχές του τρίτου, ακολούθησε η μεταστροφή της βρετανικής πολιτικής. Έτσι οι δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών Κάνιγκ και του κυβερνήτη Χάμιλτον της φρεγάτας «Cambrian», περί της αναγνώρισης από τα ελληνικά πλοία του δικαιώματος της νηοψίας επί βρετανικών εμπορικών και της κατάσχεσης των λαθραίων εμπορευμάτων του πολέμου κάθε είδους το οποία προοριζόταν για τους εχθρούς, σήμαιναν δύο πράγματα. Πρώτον, την αναγνώριση της ελληνικής πλευράς ως εμπόλεμο μέρος και δεύτερον ότι οι ελληνικές επιθέσεις κατά οθωμανικών πλοίων θεωρούνταν πια, νόμιμες πράξεις πολέμου. Κατόπιν αυτών της δηλώσεων, πέντε ελληνικά καταδρομικά που είχαν χαρακτηρισθεί ως πειρατικά και είχαν προσδεθεί από τους Βρετανούς στα υπό βρετανική κατοχή τότε Επτάνησα, αφέθησαν ελεύθερα και απελευθερώθηκαν Έλληνες ναύτες που κρατούντο με το πρόσχημα ότι ενεργούσαν πειρατεία. Οι υποχρεώσεις των Ελλήνων ναυτικών για σεβασμό στην ουδέτερη σημαία και την αμερόληπτο νηοψία, επισημοποιούνται και από την διακήρυξη των προκρίτων της νήσου Ύδρας, περί σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου της 31 Ιανουαρίου 1823.

Όμως το 1824, η κατάσταση άρχισε να επιδεινώνεται με τη συμμετοχή στον πόλεμο του αιγυπτιακού στόλου. Αυτό το γεγονός προξένησε την αύξηση των ευρωπαϊκών πλοίων (κυρίως των αυστριακών) τα οποία έσπευσαν να βοηθήσουν τους Αιγυπτίους.

 Η ελληνική κυβέρνηση ωστόσο, τόνιζε στα καταδρομικά πλοία την ανάγκη τήρησης της ουδετερότητας κατά τις νηοψίες, σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου. Οι ναύαρχοι όφειλαν να στέλνουν τα εχθρικά φορτία στην έδρα της κυβέρνησης και να φέρονται με φιλανθρωπία στα πληρώματα που συνελάμβαναν.

Οι καταδρομές στην αρχή, είχαν θετικά αποτελέσματα (οικονομική ωφέλεια απαραίτητη για τη συντήρηση του Αγώνα και την επιβίωση των ναυτικών, περιορισμός του τουρκικού στόλου στα Στενά, με συνέπεια την χωρίς δυσκολίες εξάπλωση της Επανάστασης σε όλο τον ελληνικό χώρο). Δυστυχώς όμως με τη πάροδο του χρόνου, η καταδρομή εξελίχθηκε σε ασύστολη πειρατεία στρεφόμενη όχι μόνο εναντίων Τούρκων και Ελλήνων αλλά και ξένων πλοίων (Αγγλικά, Γαλλικά, Ολλανδικά, Αυστριακά κ.α.)

Οι λόγοι είναι πολλοί αλλά ο κυριότερος είναι ότι η κεντρική διοίκηση δεν είχε τη δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων που εξέδιδε. Έτσι περιορίσθηκε μόνο να τροποποιήσει τις διατάξεις, ώστε η άδεια καταδρομής να δίνεται όχι από τα Ναυαρχεία των τριών νησιών αλλά από τη Κεντρική Διοίκηση. Όμως η όλο και πιο συχνή έκδοση αδειών καταδρομής, συνέτεινε στην περαιτέρω εξάπλωση της πειρατείας, αφού πολλοί ναυτικοί χρησιμοποιούσαν τα έγγραφα αυτά όχι μόνο για τη νηοψία πλοίων αλλά και για την αρπαγή εμπορευμάτων. Στην πειρατεία, κατέφευγαν για να επιζήσουν και πολλοί πρόσφυγες από κατεστραμμένες περιοχές. Ακόμα ένας από τους λόγους που ενίσχυσε την πειρατεία ήταν η δημιουργία Εθνικού Στόλου, όταν έπαψε η χρησιμοποίηση ιδιωτικών πλοίων και η ναυτολόγηση πληρωμάτων από τα αργούντα ιδιωτικά πολεμικά στα λιμάνια των τριών νησιών (Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά). Μέσα σε αυτή τη κατάσταση, τα νησιά θεωρούσαν ότι ήταν ανεξάρτητα από τη Κεντρική Διοίκηση και ότι ο στόλος τους θα μπορούσε να εξασκεί πειρατεία, η οποία αποτελούσε και την κυρία οικονομική πρόσοδο για την επιβίωση των νησιωτικών αυτών πληθυσμών. Στη πραγματικότητα τα ίδια άτομα ήταν στη στεριά ληστές και στη θάλασσα πειρατές.



Το 1825, ο αμερικανικός στόλος κατέπλευσε στο Αιγαίο. Επισκέφτηκε πρώτα τη Σμύρνη και στη συνέχεια το Ναύπλιο, όπου κατάπλευσε υψώνοντας την ελληνική σημαία και χαιρετίζοντας τη με 21 βολές. Στη Σμύρνη ο Γάλλος μοίραρχος Δε Ριγνύ, επισκέφτηκε το Αμερικανό ναύαρχο Ρότζερ και του παραπονέθηκε για τις πειρατεία των Ελλήνων. Τότε ο αμερικάνος ναύαρχος του απάντησε ότι «η πειρατεία με όλη την υπερβολή της, αποτελεί ένα από τα μέσα που έχουν απομείνει στους Έλληνες και η κοινή γνώμη θα τους συγχωρήσει».

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Η συγκεκριμένη έρευνα είναι πραγματικά σπουδαία γιατί ξαναβάζει στο κάδρο της ιστορικής ανάλυσης ζητήματα με μεγάλη αξία. Κατ’ αρχήν ότι υπήρχε ξεκάθαρο και δεδομένα αξιόπιστο πολιτικό πλαίσιο σαφώς διατυπωμένο σχετικά με τις αρχές, τους στόχους και τις μεθόδους της επανάστασης.

Ήδη από τις 30 Μαρτίου 1821 υπάρχει διάταξη για την διανομή των πειρατικών λειών και ποινές για όσους δεν συμμορφώνονται.

Δινόταν προσοχή στο σεβασμό της ουδέτερης σημαίας και την ανάγκη διεξαγωγής αμερόληπτης νηοψίας.

Υπάρχει ‘’ΠΡΟΚΥΡΗΓΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΟΛΟΥ’’ όπου τονίζεται ότι εχθρός είναι οι Οθωμανοί  και βάσιμος εχθρός η διαφύλαξη του δικαίου των εθνών.

Θεσπίζεται ‘’ ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ’’ για την εφαρμογή του νέου ναυτικού δικαίου που λέει ανεπιφύλακτα ναι στο ελεύθερο και ασφαλές θαλάσσιο εμπόριο και όχι στην πειρατεία θεσπίζοντας ποινές για τους παραβάτες.

Υπάρχει η εξαιρετικά σημαντική η δήλωση του αμερικανού ναυάρχου η πειρατεία με όλη την υπερβολή της, αποτελεί ένα από τα μέσα που έχουν απομείνει στους Έλληνες και η κοινή γνώμη θα τους συγχωρήσει ...

Τι κι αν τα μέλη της φιλικής εταιρείας που βρέθηκαν στο τιμόνι της επανάστασης είχανε ν’ αντιμετωπίσουν αναστολές, φοβίες, διεθνή καχυποψία και έλλειψη πόρων και μέσων. Ανάμεσα τους το επαναστατικό φρόνημα περίσσευε και η ιδέα της ελευθερίας του έθνους δεν ήτανε  μετέωρη. Επιπλέον είχαν στη διάθεση τους δυο τεράστια όπλα που τους επέτρεπαν να διατυπώνουνε τέτοιες θέσεις.



Α)Τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζί το 1774 (με το τέλος του Ρωσσοτουρκικού πολέμου) που κατοχύρωνε το δικαίωμα των ελλήνων πλοιοκτητών  να υψώνουνε την ρωσική σημαία με ταυτόχρονη έκδοση νόμιμης άδειας επιτηδεύματος, όπως και το δικαίωμα ναυπήγησης πλοίων μεγάλου εκτοπίσματος.

Β)Τη δυνατότητα εξοπλισμού των ελληνικών πλοίων από το 1788 με απόφαση της  ‘’Μεγάλη Πύλης’’ για την αντιμετώπιση των πειρατών. Έτσι τα καράβια των ελλήνων πλοιοκτητών έγιναν στην πράξη αμφίβια και πολυμορφικά (εμπορικά και πολεμικά μαζί)  εμπλουτισμένα παράλληλα με την τεράστια πείρα των πληρωμάτων τους.

Χάρη σ’ αυτό ακόμα κι όταν η επανάσταση πέρασε από τα χίλια κύματα και η  πειρατεία έδειχνε να ξεφεύγει από κάθε έλεγχο η κατά θάλασσα υπεροχή δεν χάθηκε ποτέ για την ελληνική πλευρά βοηθώντας την εθνική εξέγερση να οδηγηθεί σε αίσιο τέλος.

Ο ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Όλα τα παραπάνω διαπλέκονται με το περιστατικό που εξετάζουμε με δυο τρόπους. Κατ’ αρχήν το περιστατικό της Σπετσιώτικης πειρατείας που αναφέρεται στο πρώτο μέρος, όπως προκύπτει δεν έγινε πριν το ρεσάλτο σε Μήλο Κίμωλο αλλά λίγο μετά (22 Απριλίου1821 κατά την πρώτη εμφάνιση του ελληνικού-πολεμικού πλέον στόλου) και είχε συνέπειες για τους παραβάτες.

Και πάμε στον κιμουλιάτη ήρωα. Δηλώνοντας ο Σάρδης ότι … δεν πήρα τίποτα … από την επιχείρηση αιχμαλωσίας της τούρκικης κορβέτας κάνει πολλά περισσότερα από μια δήλωση ηθικού συμβολισμού.

Είναι φανερό και το δηλώνει στις αρχές του νεοσύστατου ελληνικού κράτους πως συντάχθηκε απόλυτα με τις αρχές της επανάστασης όπως αυτές διατυπώθηκαν από το ξεκίνημα της.

Ήταν απόλυτα ενήμερος και αποδεχότανε ανεπιφύλακτα αυτό το πλαίσιο και αυτή ακριβώς η γραπτή του δήλωση ταυτόχρονα με την ομολογία ότι εκείνος κάλεσε τα σπετσιώτικα πλοία τον κατατάσσει όχι απλώς επαναστάτη, πολεμιστή και υποκινητή της εθνικής ανεξαρτησίας, αλλά ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΡΩΤΕΡΓΑΤΗ ΤΗΣ γεγονός που προκύπτει και από άλλα τεκμήρια που θα παρουσιαστούν στην εξέλιξη της ιστορικής διερεύνησης.




Είναι πλήθος τα στοιχεία που δηλώνουνε πως τούτος εδώ ο παπά Φωτιάς, ο μπουρλοτιέρης είναι πολλά περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε και φαίνεται πως έχουμε να κάνουμε μ’ ένα άλλου τύπου Τσε Γκεβάρα του Αιγαίου που μετέδιδε το μήνυμα επανάστασης ταξιδεύοντας όχι με μοτοσυκλέτα, αλλά με πυρπολικά, στηρίζοντας ταυτόχρονα θεωρητικά και πρακτικά με κάθε δυνατό τρόπο τους  εξεγερμένους έλληνες σε όλα τα χρόνια της επανάστασης.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


Υ.Γ.: Τα μέρη 1 και 2 βρίσκονται στους μήνες Μάρτιος και Απρίλιος αντίστοιχα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου