Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Μια αποκριάτικη ιστοριούλα...


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Με αφορμή τις Απόκριες σας παρουσιάζουμε μια κιμωλιάτικη αποκριάτικη ιστορία.

 Το 1953 ο σύνδεσμος των απανταχού Κιμωλίων η ‘’Οδηγήτρια’’ στον Πειραιά, δημοσιεύει ένα φυλλάδιο με μικρά διηγήματα με γενικό τίτλο ‘’Λαογραφικά της Κιμώλου’’. Ο αείμνηστος παπά Γιάννης Ράμφος και ο Κ.Ι. Παπαδόπουλος ύστερα από κάποιες βελτιώσεις τα διασώζουν αναδημοσιεύοντας τα στα ‘’Κιμωλιακά’’.
 Με το σύντομο διήγημα που παρουσιάζουμε πιο κάτω δεν πληροφορούμαστε απλά τα αποκριάτικα ήθη κι έθιμα της Κιμώλου ένα αιώνα πριν. Η αφήγηση έστω κι αν κινείται σε ‘’τοπικό’’  ύφος φανερώνει το πλαίσιο μιας κοσμογονικής εποχής.
Με πολεμικούς θριάμβους μα και καταστροφές, εθνική ανάταση αλλά και διχασμούς και το μεγάλο κόστος που πληρώσανε αμέτρητοι άνθρωποι που βιώσανε τα γεγονότα στο πετσί τους θυσιάζοντας την προσωπική τους ζωή κυριολεκτικά υπέρ πατρίδος.
Ο τρόπος της γραφής δεν μιμείται τον Παπαδιαμάντη. Αφηγείται σαν τον μεγάλο Σκιαθίτη λογοτέχνη. Απολαύστε το.
‘’ΥΠΟΜΟΝΗ ‘’ ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗ
          Στα 1912 παραμονή της Κρεατινής είχε μπαρκάρει ο Αντώνης. Έφτασε στην ηλικία ‘’να πιάσει κλήρο’’. Θα παρουσιαζότανε στη Σύρα. Ο πόνος του μισεμού σαν αγιάθωνας του τσιμπούσε την καρδιά. Και δεν ήτανε πως μίσευε μονάχα, ήτανε πως θ’ άφηνε και την Κατέ. Κι ήτανε Απόκρια. Πως και πως την περιμένανε οι νιες και τα παλικάρια στο νησί!
          Από τη δεύτερη Κυριακή του τριωδίου ο χορός στηνότανε στον ‘’Κάμπο’’ στην πλατεία του αη Σπυρί. Οι Γαλάνηδες με τα ‘’όργανα’’ στη μια γωνιά, οι άλλοι βιολιτζήδες στην άλλη κι ο Κωνσταντής ο Ρολογάς (που ρολόι δε διόρθωσε ποτέ του, απλώς απέχτησε ρολόι άμα έγινε γαμπρός) με το λυράκι του σε μιαν άκρη καλούσανε τσι όμορφες με τα νησιώτικα και τους νέους με τις βράκες στο χορό.
          Κι η μαρίδα χοροπήδαγε τριγύρω στο γέρο το Γιάννη τον Ταρατσιανό με το σουριάλι του, που τ’ άφηνε καμιά φορά για να τραγουδήσει το:
Λιούρι λιούρι λιούρι
έβγαλε καρφί στη μούρη
της Κατσώπας το γουρούνι
          Πόσα και πόσα νοικοκυριά δε θεμελιώθηκαν πάνω σ’ αυτό το πανδαιμόνιο! Συνοικέσια των καλών γερόντων που πάμπολλες φορές ένα μυστικό ειδύλλιο τα υποκινούσε. Γιατί από παιδάκια στον αυλόγυρο της εκκλησιάς, στο νερό, στο γιαλό, στ’ αλώνια, στα πανηγύρια του καλοκαιριού, γνωρίζουνταν. Κανείς δε μίλαγε στον άλλο μα το μάγουλο κοκκίνιζε, το μάτι δάκρυζε κι η καρδιά πονούσε προσμένοντας.
          Κι ο Αντώνης πρόσμενε … Πρόσμενε ίσα-ίσα την ηλικία που θα του δίνε το δικαίωμα να στήσει τη φωλιά του. Την Απόκρια που το ξεφάντωμα επιτρέπει μια ματιά, ένα σφίξιμο χεριού, ένα λόγο.
          Κι ύστερα το συγγενικό τραπέζι με τα σπιτικά του πλαστηριού μακαρόνια, με την πίτα του σπανού, με μπόλικα αυγά νόστιμο τυρί, μαϊντανό και τ’ απαραίτητο ρυζόγαλο. Και στο τέλος η λαλά (γιαγιά) που ζήταγε να φάνε το βραστό αυγό που ‘χε ο καθένας δίπλα στο ποτήρι του για να κλείσουνε την Απόκρια, που θα την άνοιγε με το καλό το κόκκινο της Λαμπρής.
          Πως τα θυμότανε αυτά ο Αντώνης τώρα που μίσευε! Κάποιος θα βρισκόταν ήλπιζε να ‘λεγε τον καλό το λόγο και γι’ αυτόν. Έτσι περάσανε πέντε ολόκληρα χρόνια. Μεσολαβήσανε κι οι ένδοξοι πόλεμοι του 12 και 13 κι ακόμη τρία χρόνια για ν’ αφυπηρετήσει.
          Το Σάββατο της Τυρινής ξεμπάρκαρε με τη μπρατσέρα του καπετάν Λινάρδου. Η θεια του ίσα-ίσα έπλαθε τις ‘’υπομονές’’ τα καλοψημένα ψωμάκια της Καθαρής Δευτέρας με τη σφραγίδα στη μέση. Τον καλοδέχτηκε με αγάπη. Κι αφού τα είπανε ξαναγύρισε στο πλάσιμο. Κι εκείνος την παρακάλεσε με συστολή και με λαχτάρα να του πλάσει να μιαν ακόμα ‘’υπομονή’’.
          Στο χορό δε θα πήγαινε. Θα ‘τανε πολύς ο κόσμος, φασαρία πολλή. Αυτός την Κατέ μονάχα νοσταλγούσε … Απ’ το τοιχάκι του γυπαριού (περιβολάκι) πίσω στην ‘’Ελεούσα’’ θα την αγνάντευε την Καθαρή Δευτέρα που θα γύριζε από το νερό, απ’ τα πηγάδια του ΄΄Γιωργιλά’’ με το σταμνί της. Τα διάφορα σαλατικά που ήτανε το κυριότερο φαί της ημέρας, με τις ελιές, τα θαλασσινά και τα κρεμμυδάκια, έπρεπε να καλοπλυθούνε. Θα της έδινε την ‘’υπομονή’’ και τη ζωή του.
          Απ’ τα χαράματα ενώ η θεια ξεθέρμιζε με αλισίβα τα πιάτα της Αποκριάς εκείνος κάθισε στο τοιχαλάκι του γυπαριού προσμένοντας. Συντροφιά του κρατούσανε τα πουλάκια που τσιμπολογούσανε το σουσάμι που ‘πεφτε απ’ τις ‘’υπομονές’’ του.
          Ξαφνικά τα γόνατα του λύθηκαν, η καρδιά του έδεσε, τα μάτια του βουρκώσανε κι ένας κόμπος τον έπνιξε στο λαιμό. Αγνάντεψε την Κατέ να προβάλλει κρατώντας απ’ το χέρι το αγοράκι της, προσμένοντας και τ’ άλλο σε λίγο …
          Τρεχάτος κατέβηκε στη Γούπα (λιμάνι του νησιού) να δει πότε φεύγει καϊκι. Κρατούσε σφιχτά τις ‘’υπομονές’’ στο χέρι του κι αλλοίμονο. Υπομονή ζητούσε μόνο η καρδιά του.
Υ.Γ. : Το κοριτσάκι της φωτογραφίας βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την πόρτα του σουβλατζίδικου που υπάρχει στην αγορά, η οποία φαίνεται στο βάθος.

1 σχόλιο: