Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Μια επίκαιρη αληθινή ιστορία βγαλμένη απ' τα παλιά...

Το κείμενο που ακολουθεί αφιερώνεται στην Κύπρο που τις μέρες αυτές εισέρχεται σ’ ένα νέο κύκλο δοκιμασιών.  Η ιστοσελίδα που διαβάζετε είναι ‘’ειδικού σκοπού’’ και δεν προτίθεται να κάνει πολιτική.
      

Ωστόσο δεν μπορούμε ν’ αγνοήσουμε ούτε που ζούμε, ούτε τι ζούμε. Η ιστορία που ακολουθεί είναι πραγματική και μας πάει πίσω ίσως και περισσότερο από ένα αιώνα. Δείχνει πως οι φτωχοί αλλά περήφανοι νησιώτες (που ξέρανε πολύ καλά την Κύπρο από τα ταξίδια τους), αντιμετώπισαν την πιθανότητα μετατροπής ενός μικρού χρέους με ‘’αποθήκη’’ (υποθήκη) σε αναγκαστικό πλειστηριασμό.
Διαβάστε και προβληματιστείτε. Μην ξεχνάτε πως η ιστορία καταγράφεται στα κύτταρα των ανθρώπων. Μπορεί να πέφτει κάποτε σε νάρκη, αλλά δεν απαλείφεται και ξαναζωντανεύει όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν.


          

          Όσα μνημόνια και νόμους να μηχανευτούνε κάποιοι για να φτάσουνε στο στόχο τους, τα μυαλά και τις καρδιές μας δε θα τα βάλουνε ποτέ τους ‘’αποθήκη’’.
          Στην Κίμωλο το μολών λαβέ οι πρόγονοι μας το δηλώνανε με τη φράση
ΕΠΑΔΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΜΕ
ΕΠΑΔΑ ΘΑ ΒΑΣΑΝΙΖΟΥΜΑΣΤΕ
ΚΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΥΠΟΘΗΚΗ ΚΙ ‘’ΑΠΟΘΗΚΗ’’
Μυλαργοί και φουρναργοί
Κι οι γαδάροι σκόλη έχουν
Μηδέ βελόνα και κλωστή
Μηδέ πουλί στην πόστα
          Έτσι κι απόμαχοι της θάλασσας γεροκαπεταναίοι και ναύτες λιάζονται, καθισμένοι στην πεζούλα της Χρυσοπηγής ανήμερα της Υπαπαντής  αφηγούνται  διάφορα από την πολυβασανισμένη ζωή τους κι αλληλοπειράζονται.
          Οι κιμουλιάτες είναι κατ’ εξοχήν θαλασσόλυκοι, ατρόμητοι. Λίγους κρατεί η  Κίμωλος για την καλλιέργεια της γης και τους άλλους τους απασχολεί η θάλασσα. Με τη σκληρή δουλειά τους ‘’πορεύονται’’ και ζούνε τη φαμίλια τους.
          Έτσι και πολλά κιμουλιάτικα καϊκια πηγαίνανε στην Κύπρο, την Αλεξάνδρεια, το Φιούμι και στα παλιά χρόνια της σκλαβιάς (εποχή της πειρατείας) και τα ξένα καράβια παίρνανε ναύτες από το νησί.
          Τα σιγολέγανε λοιπόν στη λιακάδα οι αξέχαστοι αυτοί ναυτικοί μας. Και προσπερνάει για να πάει στο μύλο ο φίλος τους ο καπετάν Μιχάλης ο ‘’Μπουράμπης’’.
-         Πολλά τα έτη σας τους χαιρέτησε.
-         Μονό εσύ έλειπες  από την παρέα μας του λέει ο γέρο Αποστόλης ο Αποστολίδης. Άσε τον περίπατο στο μύλο και κάτσε στη συντροφιά μας.
-         Έχεις όρεξη βλέπω γερ’ Αποστόλη απαντάει ο Μιχάλης μου φαίνεται πως θα ‘χεις κόκορα το μεσημέρι.
Όλοι γελάσανε γατί ξέρανε πως οι αφελείς του νησιού πληρώνανε
συχνά μ’ ένα κόκορα το γερό Αποστόλη που διάβαζε τη σολωμονική (μαγεία) κι έλυνε τα μάγια από τους νιόπαντρους. Σώνονται και στην Κίμωλο οι ‘’κατάδεσμοι’’ (τα σχετικά λόγια)
          Για να φύγει από το στενάχωρο θέμα αλλάζει κουβέντα ο γερό Αποστόλης και γυρίζοντας στο φίλο του το Νικολό του Μιχαλάκη του λέει.
          -Εσύ κάτι θα θυμάσαι Νικολό από τ’ ονομαστό δάνειο του αδερφού σου που το πήρε βάζοντας ‘’αποθήκη’’ (υποθήκη) την ‘’Πήτττα’’ και τον ‘’Αή Φτάθη’’.
          Όλοι περίμεναν ότι ο γερό Νικολός θα θύμωνε και θα ‘φευγε από την παρέα. Μα κείνος έσκασε στα γέλια και αφηγήθηκε.
          -Ναι το καϊκι του αδερφού μου ήτανε σαραβαλιασμένο και πηγαίνοντας κάποτε στην Κρήτη ‘’καλάρισε νερά’’.  Δε θα μπορούσε πια να κάμει άλλο ταξίδι. Σα  ν έφτασε μισοπνιγμένος στην Κρήτη βρισκότανε σε σκέψη πως θα γύριζε πίσω, αν δεν έκανε μερικές επισκευές στο καϊκι  και δεν ‘’έπιανε’’ όπως-όπως τα νερά του. Μα χρειαζότανε χρήματα δε θυμούμαι πόσα.
          Κι ο δανειστής βρέθηκε. Ήθελε όμως ‘’αποθήκη’’ όπως πρόθυμα του πρότεινε ο καπετάνιος.  Του ‘πόγραψε λοιπόν ένα χαρτί βάζοντας του ‘’αποθήκη’’ την ‘’Πήττα’’ και τον ‘’ Άη Φτάθη’’.
          -Πάλι καλά που δεν του ‘βαλε και τον ‘’Άη Γιώργη’’ να ‘χω βάσανα τον διέκοψε ο γέροντας που συνήθιζε να περνάει το χειμώνα του  στην Κίμωλο.
          -Έννοια σου γέροντα και τα δυο νησάκια ‘’τον εφτάνανε’’. (εκφραστικό σχήμα υπερβολής καθώς Άη Γιώργης κι Αη Φτάθης βρίσκονται σε κοντινές νησίδες λίγο έξω από το λιμάνι της Κιμώλου). Με το μικρό αυτό δάνειο μερεμέτισε όσο μπόρεσε το καϊκι γιατί  δεν έμπαινε ούτε καρφί και γύρισε πίσω.
          Θαρρώ πως ένα δυο ταξίδια έκανε ακόμα κι έπειτα όπως θυμάστε το καϊκι άνοιξε στη μέση στο πέλαο όπως πήγαινε φορτωμένο ‘’πόρια’’ (κυβόλιθοι από φυσικό πωρόλιθο της Κιμώλου) στον Πειραιά. Κι ο Θεός τους φύλαξε και δε βουλιάξανε κι εκείνοι μαζί γιατί προφτάσανε και μπήκανε στη βάρκα.
          Ο δανειστής που ήτανε ξένος, σε κάμποσο καιρό ήρθε στην Κίμωλο για να βγάλει στη δημοπρασία την ‘’αποθήκη’’ και να πάρει πίσω το χρήμα του. Όταν ξεμπάρκαρε στην Ψάθη ρώτησε το Συρινάκη που είδε πρώτο μπροστά του, καθώς έμπαινε στη βάρκα του, που βρισκότανε η ‘’Πήττα’’ και ο ‘’Αη Φτάθης’’.
-Πήγαινε με ως εκεί του είπε γιατί θέλω να τα δω για να τα βγάλω αύριο στη δημοπρασία …
Η κουβέντα δεν τέλειωσε γιατί κάποιος που πέρασε, πείραξε το γερό Στρατάκη τον πατέρα της Βιολέτας που ήτανε στην παρέα λέγοντας.  ‘’Γέρο το γένι σου’’. Μπαστούνια πεταχτήκανε,φωνές ακούστηκαν κι η ιστορία της δημοπρασίας δεν τελείωσε … Δεν είχε άλλωστε και συνέχεια. 

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Μια αποκριάτικη ιστοριούλα...


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Με αφορμή τις Απόκριες σας παρουσιάζουμε μια κιμωλιάτικη αποκριάτικη ιστορία.

 Το 1953 ο σύνδεσμος των απανταχού Κιμωλίων η ‘’Οδηγήτρια’’ στον Πειραιά, δημοσιεύει ένα φυλλάδιο με μικρά διηγήματα με γενικό τίτλο ‘’Λαογραφικά της Κιμώλου’’. Ο αείμνηστος παπά Γιάννης Ράμφος και ο Κ.Ι. Παπαδόπουλος ύστερα από κάποιες βελτιώσεις τα διασώζουν αναδημοσιεύοντας τα στα ‘’Κιμωλιακά’’.
 Με το σύντομο διήγημα που παρουσιάζουμε πιο κάτω δεν πληροφορούμαστε απλά τα αποκριάτικα ήθη κι έθιμα της Κιμώλου ένα αιώνα πριν. Η αφήγηση έστω κι αν κινείται σε ‘’τοπικό’’  ύφος φανερώνει το πλαίσιο μιας κοσμογονικής εποχής.
Με πολεμικούς θριάμβους μα και καταστροφές, εθνική ανάταση αλλά και διχασμούς και το μεγάλο κόστος που πληρώσανε αμέτρητοι άνθρωποι που βιώσανε τα γεγονότα στο πετσί τους θυσιάζοντας την προσωπική τους ζωή κυριολεκτικά υπέρ πατρίδος.
Ο τρόπος της γραφής δεν μιμείται τον Παπαδιαμάντη. Αφηγείται σαν τον μεγάλο Σκιαθίτη λογοτέχνη. Απολαύστε το.
‘’ΥΠΟΜΟΝΗ ‘’ ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗ
          Στα 1912 παραμονή της Κρεατινής είχε μπαρκάρει ο Αντώνης. Έφτασε στην ηλικία ‘’να πιάσει κλήρο’’. Θα παρουσιαζότανε στη Σύρα. Ο πόνος του μισεμού σαν αγιάθωνας του τσιμπούσε την καρδιά. Και δεν ήτανε πως μίσευε μονάχα, ήτανε πως θ’ άφηνε και την Κατέ. Κι ήτανε Απόκρια. Πως και πως την περιμένανε οι νιες και τα παλικάρια στο νησί!
          Από τη δεύτερη Κυριακή του τριωδίου ο χορός στηνότανε στον ‘’Κάμπο’’ στην πλατεία του αη Σπυρί. Οι Γαλάνηδες με τα ‘’όργανα’’ στη μια γωνιά, οι άλλοι βιολιτζήδες στην άλλη κι ο Κωνσταντής ο Ρολογάς (που ρολόι δε διόρθωσε ποτέ του, απλώς απέχτησε ρολόι άμα έγινε γαμπρός) με το λυράκι του σε μιαν άκρη καλούσανε τσι όμορφες με τα νησιώτικα και τους νέους με τις βράκες στο χορό.
          Κι η μαρίδα χοροπήδαγε τριγύρω στο γέρο το Γιάννη τον Ταρατσιανό με το σουριάλι του, που τ’ άφηνε καμιά φορά για να τραγουδήσει το:
Λιούρι λιούρι λιούρι
έβγαλε καρφί στη μούρη
της Κατσώπας το γουρούνι
          Πόσα και πόσα νοικοκυριά δε θεμελιώθηκαν πάνω σ’ αυτό το πανδαιμόνιο! Συνοικέσια των καλών γερόντων που πάμπολλες φορές ένα μυστικό ειδύλλιο τα υποκινούσε. Γιατί από παιδάκια στον αυλόγυρο της εκκλησιάς, στο νερό, στο γιαλό, στ’ αλώνια, στα πανηγύρια του καλοκαιριού, γνωρίζουνταν. Κανείς δε μίλαγε στον άλλο μα το μάγουλο κοκκίνιζε, το μάτι δάκρυζε κι η καρδιά πονούσε προσμένοντας.
          Κι ο Αντώνης πρόσμενε … Πρόσμενε ίσα-ίσα την ηλικία που θα του δίνε το δικαίωμα να στήσει τη φωλιά του. Την Απόκρια που το ξεφάντωμα επιτρέπει μια ματιά, ένα σφίξιμο χεριού, ένα λόγο.
          Κι ύστερα το συγγενικό τραπέζι με τα σπιτικά του πλαστηριού μακαρόνια, με την πίτα του σπανού, με μπόλικα αυγά νόστιμο τυρί, μαϊντανό και τ’ απαραίτητο ρυζόγαλο. Και στο τέλος η λαλά (γιαγιά) που ζήταγε να φάνε το βραστό αυγό που ‘χε ο καθένας δίπλα στο ποτήρι του για να κλείσουνε την Απόκρια, που θα την άνοιγε με το καλό το κόκκινο της Λαμπρής.
          Πως τα θυμότανε αυτά ο Αντώνης τώρα που μίσευε! Κάποιος θα βρισκόταν ήλπιζε να ‘λεγε τον καλό το λόγο και γι’ αυτόν. Έτσι περάσανε πέντε ολόκληρα χρόνια. Μεσολαβήσανε κι οι ένδοξοι πόλεμοι του 12 και 13 κι ακόμη τρία χρόνια για ν’ αφυπηρετήσει.
          Το Σάββατο της Τυρινής ξεμπάρκαρε με τη μπρατσέρα του καπετάν Λινάρδου. Η θεια του ίσα-ίσα έπλαθε τις ‘’υπομονές’’ τα καλοψημένα ψωμάκια της Καθαρής Δευτέρας με τη σφραγίδα στη μέση. Τον καλοδέχτηκε με αγάπη. Κι αφού τα είπανε ξαναγύρισε στο πλάσιμο. Κι εκείνος την παρακάλεσε με συστολή και με λαχτάρα να του πλάσει να μιαν ακόμα ‘’υπομονή’’.
          Στο χορό δε θα πήγαινε. Θα ‘τανε πολύς ο κόσμος, φασαρία πολλή. Αυτός την Κατέ μονάχα νοσταλγούσε … Απ’ το τοιχάκι του γυπαριού (περιβολάκι) πίσω στην ‘’Ελεούσα’’ θα την αγνάντευε την Καθαρή Δευτέρα που θα γύριζε από το νερό, απ’ τα πηγάδια του ΄΄Γιωργιλά’’ με το σταμνί της. Τα διάφορα σαλατικά που ήτανε το κυριότερο φαί της ημέρας, με τις ελιές, τα θαλασσινά και τα κρεμμυδάκια, έπρεπε να καλοπλυθούνε. Θα της έδινε την ‘’υπομονή’’ και τη ζωή του.
          Απ’ τα χαράματα ενώ η θεια ξεθέρμιζε με αλισίβα τα πιάτα της Αποκριάς εκείνος κάθισε στο τοιχαλάκι του γυπαριού προσμένοντας. Συντροφιά του κρατούσανε τα πουλάκια που τσιμπολογούσανε το σουσάμι που ‘πεφτε απ’ τις ‘’υπομονές’’ του.
          Ξαφνικά τα γόνατα του λύθηκαν, η καρδιά του έδεσε, τα μάτια του βουρκώσανε κι ένας κόμπος τον έπνιξε στο λαιμό. Αγνάντεψε την Κατέ να προβάλλει κρατώντας απ’ το χέρι το αγοράκι της, προσμένοντας και τ’ άλλο σε λίγο …
          Τρεχάτος κατέβηκε στη Γούπα (λιμάνι του νησιού) να δει πότε φεύγει καϊκι. Κρατούσε σφιχτά τις ‘’υπομονές’’ στο χέρι του κι αλλοίμονο. Υπομονή ζητούσε μόνο η καρδιά του.
Υ.Γ. : Το κοριτσάκι της φωτογραφίας βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την πόρτα του σουβλατζίδικου που υπάρχει στην αγορά, η οποία φαίνεται στο βάθος.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Αναβίωση κιμωλιάτικων εθίμων

Πριν λίγες ημέρες λάβαμε ένα μήνυμα από ένα φίλο της σελίδας και έτσι αποφασίσαμε, αντί να περάσουμε στο επόμενο ιστορικό θέμα μας, να βγάλουμε μια ανακοίνωση. 
Το μήνυμα αυτό αναφερόταν σε ένα παλιό κιμωλιάτικο έθιμο, το οποίο, όπως και τα περισσότερα έθιμά μας, με την πάροδο του χρόνου ξεχάστηκε. 
Το έθιμο αυτό αναφέρεται στον κιμωλιάτικο επιτάφιο. Κατά τη διάρκεια της περιφοράς του επιταφίου, οι Κιμωλιάτες κρεμούσαν κάτω από τον επιτάφιο μπουκαλάκια με νερό, ώστε να αγιασθεί. Τότε οι περισσότερες οικογένειες είχαν τουλάχιστον ένα μέλος που ήταν ναυτικός. Επομένως, έδιναν τα μπουκαλάκια  στους ναυτικούς, ώστε να τους προστατεύουν στα ταξίδια τους. 
Πιστεύουμε πως αυτό το χαμένο έθιμο( που αποτελεί ένα καθαρά κιμωλιάτικο έθιμο εφόσον γίνεται μόνο στο νησί μας) πρέπει να το επαναφέρουμε, όπως και όλα τα ξεχασμένα έθιμά μας. Ξεκινώντας λοιπόν από αυτό το έθιμο, παρακαλούμε φίλους και μη της σελίδας να διαδόσουν την ανακοίνωσή μας και τη συλλογική προσπάθεια που γίνεται, ώστε να τα καταφέρουμε όλοι μαζί.
Φανταστείτε την περιφορά του επιταφίου γύρω από το μεσαιωνικό μας κάστρο, με τα πανέμορφα εκκλησάκια και σπίτια του χωριού μας στολισμένα με κεριά και το κουδούνισμα από τα κρεμασμένα μπουκαλάκια να διαχέεται στην ατμόσφαιρα!
Πιστεύουμε πως όλοι μαζί μπορούμε να τα καταφέρουμε και για αυτό το έθιμο και για όλα τα ξεχασμένα μας έθιμα.
Οποιοσδήποτε θέλει να βοηθήσει μπορεί να έρθει σε επαφή μαζί μας είτε μέσω του e-mail είτε γράφοντας σχόλιο στην συγκεκριμένη ανάρτηση άλλα και να έρθει σε επαφή με τον Κονδυλοφόρο. 
Τις προσεχείς ημέρες οι αρμόδιοι φορείς του νησιού μας θα ενημερωθούν και με την καλή διάθεση όλων μας, ελπίζουμε να απολαύσουμε και πάλι όλα μας τα ξεχασμένα έθιμα ξεκινώντας από το συγκεκριμένο.
Διανύουμε δύσκολους καιρούς και θεωρούμε πως είναι καλό να μην χάνουμε τις ρίζες μας και την ταυτότητά μας και να θεωρούμε ότι είναι τιμή μας και καμάρι μας που είμαστε ΚΙΜΩΛΙΑΤΕΣ!!!
Επίσης, θα επιθυμούσαμε όσοι Κιμωλιάτες και μη διατηρούν ιστοσελίδες που αφορούν το νησί μας, να επικοινωνήσουν με εμάς, ώστε να δημοσιεύσουμε τα link στην σελίδα μας για να δημιουργήσουμε ένα ''σύμπλεγμα'' από κιμουλιάτικες ιστοσελίδες. Εφόσον είμαστε όλοι ενωμένοι μπορούμε να οδηγήσουμε την Κίμωλο μας στην θέση που της αρμόζει!!
Η ομάδα του History of Kimolos

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Άγιος Αθανάσιος: Μια ξεχασμένη σπηλιά μας αποκαλύπτεται (Μέρος 2ο)


Αρχικά, θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε πολύ τον γνωστό πλέον φίλο της σελίδας, Κονδυλοφόρο, για τις χρήσιμες πληροφορίες που μας έστειλε από το αριστουργηματικό έργο του παπά Γιάννη Ράμφου. Με την σειρά μας, λοιπόν, σας παραθέτουμε αυτές τις πληροφορίες.

Ο ναός κτίσθηκε 45 χρόνια πριν την έκδοση των ΚΙΜΩΛΙΑΚΩΝ (χοντρικά αρχές του περασμένου αιώνα) από τους Γεώργιο Χρήστου Λογοθέτη και Στυλιανό Δομίνικου Ράμφο.

Η πληροφορία περιλαμβάνεται στον β τόμο σελίδα 239 στην ενότητα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΚΙΜΩΛΟΥ που επιμελήθηκε ο αείμνηστος παπά Γιάννης Ράμφος ο ίδιος που επιμελήθηκε και την έκδοση των οκτάτομων ΚΙΛΩΛΙΑΚΩΝ.

Αυτά λοιπόν, όσον αφορά αυτό το πανέμορφο σπήλαιο. Ελπίζουμε να βρήκατε και εσείς αυτό το θέμα τόσο ενδιαφέρον όσο εμείς. Θα τα ξαναπούμε σύντομα στην επόμενη μας ανάρτηση.


Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Άγιος Αθανάσιος: Μια ξεχασμένη σπηλιά μας αποκαλύπτεται

Κίμωλο μου Παράδεισο μου! Ο παράδεισος μας λοιπόν, πέρα από τα πανέμορφα αξιοθέατα του, τα οποία μας είναι μέχρι σήμερα γνωστά, έχει και κάποιες άλλες τοποθεσίες, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου, είτε ξεχάστηκαν είτε αγνοούμε πλέον την ύπαρξή τους. Το θεωρούμε λογικό από τη στιγμή που η Κίμωλος μας κατοικείται από την ύστερη νεολιθική εποχή, να έχει και πολλές ανεξερεύνητες σπηλιές και στοές, οι περισσότερες από τις οποίες είναι φτιαγμένες από ανθρώπινα χέρια. 
Στην ύστερη νεολιθική εποχή, κάποιες χρησίμευαν σαν τόποι κατοικίας. Μετέπειτα, άλλες χρησίμευαν σαν λατρευτικοί χώροι, σαν τάφοι, σαν ορυχεία εξόρυξης μεταλλευμάτων και άλλες, λόγω των πετρωμάτων τους, σαν φυσικά ψυγεία.
Στα μεσαιωνικά χρόνια, όπου η πειρατεία άκμαζε, και κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, κάποιες χρησιμοποιήθηκαν και ως καταφύγια από τους κατοίκους του νησιού. Βέβαια, είναι πολύ πιθανό να αγνοούμε την πραγματική τους χρήση.
 Στα πιο πρόσφατα σε εμάς χρόνια, λόγω κάποιων άτυχων περιπτώσεων, φημολογιών και ''δεισιδαιμονιών'' ( λέγεται πως ζώα και άνθρωποι που έχουν μπει σε αυτές δεν βγήκαν ποτέ και για άλλες λένε πως είναι δίκτυα στοών που καταλήγουν χιλιόμετρα μακριά), σε κάποιες από αυτές φρόντισαν οι κάτοικοι του νησιού να σφραγίσουν τις εισόδους τους και μαζί με αυτές και την ιστορία τους. Άλλες φρόντισε να τις κρύψει καλά ο ίδιος ο παράδεισος μας, μακριά από τα ανθρώπινα βλέμματα και την τουριστική ανάπτυξη. Αυτοί λοιπόν οι τόποι μας περιμένουν υπομονετικά να τους εξερευνήσουμε. Στο σημείο αυτό να τονίσουμε ότι χρειάζεται μεγάλη προσοχή σε όσους μάθουν και θελήσουν να πάνε σε τέτοια σημεία.
Αναζητώντας πολλά σημεία για εξερεύνηση πάνω στον τόπο μας, μάθαμε εντελώς τυχαία για ένα τέτοιο σπήλαιο. Από μια γιαγιά λοιπόν μάθαμε γι αυτόν τον τόπο :<< Να πάτε στον Άγιο Αθανάσιο στην σπηλιά. Είναι πολύ ξενοχάραα( όμορφα στην κιμουλιάτικη διάλεκτο)!>> και αφού μας έδωσε τις απαραίτητες οδηγίες πήραμε τον λιγοστό εξοπλισμό μας και ξεκινήσαμε. 
Ψάχνοντας να την βρούμε χαθήκαμε κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού και περιπλανιόμασταν προσπαθώντας να βρούμε το σπήλαιο, κάτι που ήταν πολύ κουραστικό. Μέσα στην ατυχία μας σταθήκαμε τυχεροί και βρεθήκαμε πάνω σε ένα πανέμορφο αξιοθέατο της Κιμώλου, στο τοξωτό γεφύρι του Πάνω Κλήματος. 
Καθίσαμε λοιπόν για την απαραίτητη ξεκούραση και συνεχίσαμε την περιπλάνησή μας. 
Ενώ οι ελπίδες μας είχαν εξαντληθεί και κάναμε τις τελευταίες μας προσπάθειες, ξαφνικά ένα μέλος της ομάδας μας αρχίζει να φωνάζει: << Παιδιά, μάλλον το βρήκαμε!!>>. Ήμασταν στην περιοχή του Γλυκιμπιάδη και μπροστά μας είχαμε την είσοδο του σπηλαίου του Αγίου Αθανασίου. Στην είσοδο δημιουργείτο μια αψίδα από αμπέλια, η οποία κατέληγε στην πόρτα. Η χαρά μας ήταν απερίγραπτη και αρχίσαμε να γελάμε και να πανηγυρίζουμε σαν μικρά παιδιά. Όταν δε μπήκαμε μέσα μείναμε άναυδοι από το θέαμα που αντικρίσαμε! Ήταν ένα πανέμορφο σπήλαιο, το οποίο είχε θεδίρες στους τοίχους, μερικά παλιά εικονίσματα καθώς και ένα παλιό μανουάλι. Στην μία γωνία του σπηλαίου υπήρχε ένα πηγάδι με νερό, το οποίο αποτελεί το μόνο επικίνδυνο πράγμα μέσα στο σπήλαιο.
Αφού λοιπόν κάτσαμε αρκετή ώρα μέσα στο σπήλαιο, με το μόνο αρνητικό την πολλή υγρασία, αποφασίσαμε να βγούμε και να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής, γεμάτοι χαρά γι' αυτό που είχαμε καταφέρει! Με αφορμή λοιπόν, την γιορτή του Αγίου Αθανασίου που ήταν στις 18 του μήνα αποφασίσαμε να σας γράψουμε αυτό το άρθρο. Οι Κιμωλιάτες τιμούν την γιορτή του Αγίου στο πανέμορφο ξωκλήσι που βρίσκεται κοντά στην σπηλιά, διότι εδώ και πάρα πολλά χρόνια δεν πραγματοποιείται καμία λειτουργία στο εκκλησάκι που βρίσκεται μέσα στο σπήλαιο. Βέβαια, κάποια στοιχεία μέσα στο σπήλαιο δείχνουν πως πολύ πιθανόν κάποιος το επισκέπτεται και το ανάβει.
Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε πότε και αν λειτουργούσε το εκκλησάκι μες στην σπηλιά, καθώς και ποια χρονολογία κατασκευάστηκε και από ποιόν, όπως επίσης και αν το σπήλαιο φτάχτηκε για να χρησιμεύει ως εκκλησία, ή αν χρονολογείται από την αρχαιότητα με άλλη χρήση.
Παρακαλούμε όποιον έχει περαιτέρω στοιχεία να επικοινωνήσει μαζί μας στο e-mail της σελίδας.
Πιστεύαμε πως ήταν το μοναδικό εκκλησάκι που βρισκόταν μέσα σε σπηλιά στην Κίμωλο, αλλά κάναμε λάθος. Σε κάποια άλλη μας ανάρτηση θα αναφερθούμε και σε άλλο εκκλησάκι που βρίσκεται σε σπηλιά. Το εκκλησάκι της Παναγίας.
Αυτή λοιπόν ήταν η ιστορία όπως εμείς την καταγράψαμε. Σας παραθέτουμε κάποιες φωτογραφίες από το αρχείο της ομάδας.














Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Κιμουλιάτικα Γάλαντα (κάλαντα)


Αρχικά, θα θέλαμε να ευχηθούμε σε όλους καλά Χριστούγεννα και καλή χρονιά με υγεία και ευτυχία και με μπόλικη κιμουλιάτικη ιστορία! Είναι η τελευταία μας ανάρτηση για το 2012 και λόγω των ημερών, με τη βοήθεια του Κονδυλοφόρου, τον οποίο και ευχαριστούμε δημοσίως για την πολύτιμη βοήθεια που μας προσφέρει στο εγχείρημα μας, σας παραθέτουμε τα παραδοσιακά  κιμουλιάτικα γάλαντα. Λίγα λόγια για αυτά και θα επανέλθουμε στο θέμα κάποια στιγμή στο μέλλον αναλυτικότερα. Τα κάλαντα λοιπόν στην Κίμωλο τα ονομάζουμε γάλαντα και ήταν αυτοσχέδια με σατυρική διάθεση, όπως και στα περισσότερα κυκλαδονήσια. Μπορεί να ακουστούμε ρομαντικοί, αλλά ελπίζουμε κάποια στιγμή να επανέλθει αυτό το έθιμο στο νησί μας και να τα ακούσουμε από τα κιμωλιάτικα παιδιά. Επειδή λοιπόν τα Χριστούγεννα γιορτάζουμε τη γέννηση του Χριστού, επιλέξαμε να αναρτήσουμε την φωτογραφία της παλαιότερης εκκλησίας του νησιού, της γεννήσεως του Χριστού η οποία βρίσκεται στο κέντρο του κάστρου της Κιμώλου και χρονολογείται από το 1592. 



ΚΑΛΑΝΤΑ ΚΙΜΟΥΛΙΑΤΙΚΑ
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΚΙΜΩΛΟΥ

Είμαι ένα παιδί μικρό
που 'ρχα τα γάλαντα να πω
που  'ρχα να τα πω να φύω
γιατί ψόφησα στο κρύο
…..
Θέλω να κάμω φορεσιά
και μια γραβάτα θαλασσιά
να τα βάνω να περάσω
την καρδούλα σου να κάψω
…..
Μάνα τσι λέω σ' αγαπώ
μα 'ρχε καιρός να παντρευτώ
και μου ήβρε μιαν αιτία
πως εν είμαι σ' ηλικία
…..
Τσι λέω εγώ θα παντρευτώ
θα σπιτονοικοκυρευτώ
και γυναίκα θ’ αγκαλιάσω
άσπρο μάγουλο θα πιάσω
…..

Χρόνια πολλά χρόνια καλά
χρόνια ευτυχισμένα
να 'χουνε όσοι εύχουνται
το ίδιο και σε μένα
…..




Στο βίντεο που ακολουθεί τα παιδιά από το δημοτικό σχολείο Κιμώλου μας λένε τα κάλαντα με την υπέροχη θέα που έχουν από το σχολείο τους να φαίνεται. Ευτυχισμένο το 2013 σε όλους! 

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Ο ορυκτός πλούτος του νησιού μας (Μέρος 2ο)

Τα κείμενα που ακολουθούν μας είχαν σταλεί σε μορφή σχολίου από αναγνώστη της ιστοσελίδας και εμείς τα δημοσιεύσαμε, ώστε να γίνουν γνωστά και σε εσάς, καθώς αποτελούν σημαντικές ιστορικές πληροφορίες για τον τόπο μας. Θα θέλαμε να σας ευχαριστήσουμε πολύ για την στήριξή σας και για το κουράγιο που μας δίνετε ώστε να συνεχίσουμε την προσπάθειά μας. Θέλουμε να σας τονίσουμε πως παρά το γεγονός ότι εμείς έχουμε κρατήσει την ανωνυμία μας, ο καθένας από εσάς μπορεί να κάνει επώνυμα σχόλια, αν το επιθυμεί, και εμείς θα κρατήσουμε την επωνυμία του και στην δημοσίευση του σχολίου.                                                                                                                              
                                                                                                                                                   
                                                                                     ΤΡΑΧΕΙΤΗΣ ΤΟ ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΥΛΟΠΕΤΡΕΣ

Έχω την εντύπωση πως παραμένει ελάχιστο γνωστό ακόμα και για αυτούς που διατηρούν άμεση σχέση με την Μήλο και την Κίμωλο ότι στον ορυκτό πλούτο του τριγώνου Μήλου, Κιμώλου και Πολυαίγου περιλαμβάνεται και ο τραχείτης. Απ’ αυτό το εξαιρετικής σκληρότητας ηφαιστειογενές υλικό κατασκευαζόντουσαν οι μυλόπετρες υδρόμυλων, ανεμόμυλων και ελαιοτριβείων που εξασφάλιζαν τη διατροφική επιβίωση για εκατομμύρια ανθρώπους επί αιώνες. 

Από πληροφορίες που υπάρχουν στο διαδίκτυο κι όχι μόνο, γνωρίζουμε πως η ποιότητα του τραχείτη του συγκεκριμένου νησιωτικού συμπλέγματος ήταν εξαιρετική, υπερτερούσε άλλων αντίστοιχων υλικών γι’ αυτό και ‘’έπιανε’’ καλύτερες τιμές και αποτελούσε προϊόν εξαγωγής σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο: Πελοπόννησο, Στερεά, Μακεδονία, φτάνοντας μέχρι και τους σιτοβολώνες της Μαύρης Θάλασσας.

Περισσότερες πληροφορίες μπορεί να βρει κανείς στα βιβλία των:
Νίκος Μπελαβίλας λέκτορας του Μετσόβειου Πολυτεχνείου ‘’Ορυχεία στο Αιγαίο. Βιομηχανική αρχαιολογία στην Ελλάδα’’ (η σχετική παραπομπή υπάρχει και στο διαδίκτυο)
Μαργαρίτα Βρεττού Σούλη ‘’ Η μυλόπετρα της Μήλου από την εξόρυξη στην εμπορική διακίνηση’’. Έχω την εντύπωση πως η συγγραφέας είναι εκπαιδευτικός και διδάκτωρ του πανεπιστημίου Αθηνών. 

Για την Κίμωλο γνωρίζουμε πως για κάποιο διάστημα γινόταν εξόρυξη στην Πολύαιγο όπου παραμένουν τα ίχνη της εξορυκτικής δραστηριότητας. Βλέπε (Πολύαιγος ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)

Επειδή η εξόρυξη ήταν συνήθως επιφανειακή οι εξορυκτικές ζώνες ονομαζόντουσαν ‘’πετροκοπιές’’ (Μπελαβίλας). Από τον ίδιο πληροφορούμαστε ότι η σχετική δραστηριότητα άκμαζε από την περίοδο της ενετοκρατίας μέχρι τα μισά του 19ου αιώνα τουλάχιστον, και στις σχετικές εργασίες εξαγωγής και επεξεργασίας δουλεύανε πολλοί κιμουλιάτες προφανώς λόγω συνάφειας και εμπειρίας με το σχετικό αντικείμενο.

Η εξόρυξη και επεξεργασία του τραχείτη μας δίνει την ανεκτίμητη πληροφορία πως η ‘’πράσινη ανάπτυξη’’ ήταν όχι μόνο γνωστή και διαδεδομένη στα νησιά μας αιώνες πριν αλλά κυριολεκτικά πηγή ζωής. Αρκεί να σκεφτούμε πως οι γραφικοί πλέον ανεμόμυλοι χρησιμοποιούσαν συνδυασμένες γνώσεις, εξόρυξης και επεξεργασίας, προσανατολισμού για την εκμετάλλευση των εποχικών ανέμων (μελτέμια), κατασκευής (ιδιαίτερα των ιστίων) και βέβαια καλής λειτουργίας. 

Η κιμουλιάτικη παροιμία ‘’εμπονατσάρισε ο βοριάς κι οι μυλωνάδες κλαίνε’’ που καταγγέλλει τη δύναμη της αδράνειας απέναντι στη δημιουργία και τη δράση νομίζω πως είναι χαρακτηριστική.

Διατηρώ την εντύπωση πως και οι παραδοσιακές γούρνες που υπήρχαν διάσπαρτες σε όλο το νησί δίπλα στα πηγάδια για να ποτίζονται τα ζωντανά των ανθρώπων που εξασκούσαν αγροτικές εργασίες ήταν από τραχείτη. Από αφηγήσεις ανθρώπων που είχανε ζήσει στην Κίμωλο γνωρίζω την αίσθηση που είχε προκαλέσει το γεγονός, πως αυτές οι ασήκωτες ποτίστρες είχανε φτάσει κάποτε μέχρι τη θάλασσα παρασυρμένες από το νερό κατά τη διάρκεια κάποιων ισχυρών θεομηνιών.                                                                                                  

                                                                                                                                                << ΚΙΜΩΛΙΑ ΓΗ >>ΚΑΙ ΚΙΜΩΛΙΑ

γράφει ο Βασίλης Μέλφος, Λέκτορας στο Τμήμα Γεωλογίας, Α.Π.Θ.

Η «κιμωλία γη» οφείλει το όνομά της στη νήσο Κίμωλο από όπου εξορυσσόταν κατά την αρχαιότητα και μέχρι τον 19ο αιώνα. Η φυσική αυτή πρώτη ύλη καθόρισε σημαντικά την ιστορία του νησιού που κυκλοφόρησε δικό της νόμισμα τον 3ο π.Χ. αιώνα.

Αναφέρεται από τον Θεόφραστο στο Περί λίθων1 τον 4ο αι. π.Χ. ως ένα φυσικό χώμα (αυτοφυής) με σημαντική χρησιμότητα (χρήσιμον). Ο Θεόφραστος όμως δε δίνει λεπτομέρειες ούτε για τις ιδιότητες ούτε για τις χρήσεις του. Το ίδιο και ο Στράβωνας στα Γεωγραφικά2 (1ος αι. π.Χ.), όπου αναφέρει την Κίμωλο ως ένα από τα νησιά του Αιγαίου, γνωστή για την «κιμωλία γη».

Σημαντική αναφορά υπάρχει από τον Πλίνιο στο Naturalis Historiae3 (1ος αι. μ.Χ.), ο οποίος με βάση το χρώμα περιγράφει δύο τύπους «κιμωλίας γης» (Cimoliae): τη λευκή και αυτή που έχει ιώδη χροιά. Και οι δύο τύποι αποτελούσαν, σύμφωνα με τον Πλίνιο, σημαντικές πρώτες ύλες στην παρασκευή φαρμάκων για ασθένειες όπως οι όγκοι, τα οιδήματα και οι φλεγμονές στους αδένες, καθώς και τα πρηξίματα. Μία ακόμη εφαρμογή της «κιμωλίας γης» που αναφέρει ο Πλίνιος αφορά στην υφαντουργία, δηλαδή στην κατασκευή ενδυμάτων (vestibus), και συγκεκριμένα στη λεύκανση των μάλλινων νημάτων. Η χρήση αυτή πιθανώς να χρονολογείται από τη Μινωική Εποχή, με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα.

Η «κιμωλία γη» χρησιμοποιήθηκε και ως απορρυπαντικό (σαπούνι), από την αρχαιότητα (Αριστοφάνης4, 5ος αι. π.Χ.) έως και τον 19ο αιώνα και αναφέρεται από τους περιηγητές5,6.

Η νήσος Κίμωλος βρίσκεται κατά μήκος του «Ηφαιστειακού Τόξου του Νοτίου Αιγαίου» και αποτελείται από έντονα εξαλλοιωμένα ηφαιστειακά και ηφαιστειοϊζηματογενή πετρώματα. Τα τελευταία ονομάζονται και τόφφοι. Με βάση τις περιγραφές και τις φυσικές της ιδιότητες, η «κιμωλία γη» είναι ένα αργιλικό υλικό που προέρχεται από την έντονη υδροθερμική εξαλλοίωση των ηφαιστειακών πετρωμάτων. Ορυκτολογικά αποτελείται κυρίως από καολινίτη [Al2Si2O5(OH)4], ένα ορυκτό με σημαντική εξάπλωση σε όλη την Κίμωλο. Ο καολινίτης έχει χρώμα λευκό, λιπαρή υφή και πολύ μικρή σκληρότητα με αποτέλεσμα να είναι εύθρυπτος σαν πούδρα.

Από άποψη ορυκτολογικής και χημικής σύστασης η «κιμωλία γη» δεν έχει καμία σχέση με την γνωστή κιμωλία που χρησιμοποιούμε στους μαυροπίνακες. Η κιμωλία αυτή αποτελείται από ένα είδος ασβεστόλιθου που ονομάζεται κρητίδα [CaCO3]. Πρόκειται για ένα λευκό, πορώδες, μαλακό, σχετικά εύθρυπτο πέτρωμα, θαλάσσιας προέλευσης που σχηματίστηκε από τη συσσώρευση ασβεστιτικών κελυφών από μικρο-οργανισμούς. Περισσότερο διαδεδομένες είναι οι μεγάλου πάχους αποθέσεις κρητίδας στη ΒΑ Ευρώπη.

Η σύγχυση σε ότι αφορά την ονομασία των δύο αυτών πρώτων υλών οφείλεται μάλλον στους Ρωμαίους. Αυτοί ονόμαζαν «κιμωλία» και άλλα λευκά εύθρυπτα πετρώματα που είχαν παρόμοιες ιδιότητες και διαφορετική προέλευση. Έτσι ο Πλίνιος στην αναφορά του για την «κιμωλία γη» περιγράφει με το ίδιο όνομα και άλλα φυσικά χώματα, όπως αυτά από τη Σαρδηνία, τη Θεσσαλία, τη Λυκία, την Umbria της Ιταλίας, καθώς και την κρητίδα (create)7 που πιθανώς το όνομά της να οφείλεται στη νήσο Κρήτη.

Έτσι εξαιτίας της μακροσκοπικής ομοιότητας των εξαλλοιωμένων ηφαιστειακών πετρωμάτων της Κιμώλου («κιμωλία γη») με την κρητίδα (κιμωλία), χρησιμοποιήθηκε το ίδιο όνομα που διατηρήθηκε και μέχρι τις μέρες μας.

Παραπομπές

1.Θεόφραστος, Περί λίθων, 62
2.Στράβων, Γεωγραφικά, Χ, 484
3.Pliny, Naturalis Historiae, XXXV, 195-196
4.Αριστοφάνης, Βάτραχοι, 710-712
5.Σιμόπουλος Κ. (1991). Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα. Β΄ Τόμος-1700-1800, σελ. 236.
6.Μπελαβιλας Ν και Παπαστεφανάκη Λ. (2009). Ορυχεία στο Αιγαίο. Βιομηχανική αρχαιολογία στο Αιγαίο, σελ. 150
7.Pliny, Naturalis Historiae, XXXV, 196                                                                                                                                    

 Ο ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ΚΑΙ Η ΚΙΜΩΛΙΑ ΓΗ 
ΜΙΑ ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ                                                                                                                                                            
Κλειγένης ὁ μικρός, ὁ πονηρότατος βαλανεὺς ὁπόσοι κρατοῦσι κυκησιτέφρου ψευδολίτρου κονίας καὶ Κιμωλίας γῆς, χρόνον ἐνδιατρίψει·

Να λοιπόν που ακόμα και μια αριστοφανική κωμωδία μπορεί να μας προσφέρει εξαιρετικές πληροφορίες για την ιστορία της Κιμώλου την περίοδο της κλασικής αρχαιότητας όπου τα γραπτά ντοκουμέντα είναι πραγματικά ελάχιστα. Από την κωμωδία Βάτραχοι που γράφτηκε το 405 π.Χ. ένα χρόνο πριν τη λήξη του πελοποννησιακού πολέμου αντλούμε το σχετικό απόσπασμα (στίχος 711) που μας αφηγείται τα εξής χαρακτηριστικά:

<>

Βασικές πληροφορίες που προκύπτουν: Η κιμωλία γη ήταν από τότε κι ακόμα πιο πριν πασίγνωστη στους αθηναίους, την χρησιμοποιούσαν για τον σωματικό τους καθαρισμό και καταλάβαιναν απόλυτα πως η ηφαιστειακή της προέλευση την καθιστούσε ασυναγώνιστη απέναντι στην απλή στάχτη με την οποία τη νόθευαν!

Ιστορική εκτίμηση: Η κιμωλία γη ήταν ένα φουλ εξαγωγικό προϊόν και λειτουργούσε σαν πραγματικό brand name για την ίδια την Κίμωλο. Με τη λήξη του πολέμου και την αναγκαστική καταστροφή του στόλου των Αθηνών (ως ηττημένων της μακρόχρονης αναμέτρησης) που σηματοδοτεί και το τέλος της παντοκρατορίας τους, ανοίγει ο δρόμος για την ανακήρυξη της Κιμώλου ως ανεξάρτητης πόλης κράτους με δικό της νόμισμα τον επόμενο αιώνα (3ος π.Χ.)

Νωρίτερα κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να συμβεί γιατί η Κίμωλος σαν φόρου υποτελής στην Αθήνα ήταν αδύνατο να τα βάλει μαζί της, και η Μήλος που το τόλμησε το πλήρωσε με την καταστροφή της που είχε σαν αποτέλεσμα τον σφαγιασμό και εξανδραποδισμό των κατοίκων της το 415 π.Χ., μόλις δέκα χρόνια πριν από την συγκεκριμένη καταγραφή του Αριστοφάνη. 

Παρά την πτώση των Αθηνών ο πλήρης απογαλακτισμός των πρώην (εξ ανάγκης) εταίρων της εξακολουθούσε να μην είναι απλή υπόθεση. Ο λίγο μεταγενέστερος Δημοσθένης (384-323 π.Χ.) διασώζει πως στην εποχή του ίσχυε το ψήφισμα του συγχρόνου του Μοιροκλή «κατὰ τῶν τοὺς ἐμπόρους ἀδικούντων», βάσει του οποίου τιμώρησαν τους Μηλίους με πρόστιμο δέκα ταλάντων, επειδή υποδέχθηκαν πειρατές στο νησί τους. 

Η μαρτυρία αυτή φανερώνει ότι το εύρος του ορυκτού πλούτου του συμπλέγματος Μήλου, Κιμώλου, Πολυαίγου ήταν τόσο μεγάλο που πάντα προσέλκυε αυτόκλητους προστάτες όπως Αθηναίους και Σπαρτιάτες που συγκρούστηκαν σκληρά προκειμένου να θέσουν τα συγκεκριμένα νησιά στη σφαίρα επιρροής τους.                                                           
                                                                                                                                                    
   Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΟΣΚΟΥΡΙΔΗ                                                                                     

Την πληροφορία του Αριστοφάνη για τις ιδιότητες της κιμωλίας γης επιβεβαιώνει κι άλλος ένα σοφός της αρχαιότητας ο Διοσκουρίδης. Ο Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος (40-90 μ.Χ.) όπως διαβάζουμε στη ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ ήταν σημαντικός γιατρός, φαρμακολόγος και βοτανολόγος από την Ανάζαρβο της Κιλικίας, γνωστός για το πεντάτομο έργο του «Περί ύλης ιατρικής», με τη μεγαλύτερη επιρροή στη φαρμακολογία μέχρι το 1600 μ.Χ.. Υπάρχουν πολλά αντίγραφα του έργου του, ακόμη και του 5ου αιώνα. Θεωρείται ο μεγαλύτερος φαρμακολόγος της αρχαιότητας, η επιστημονική προσφορά του οποίου θεωρείται εφάμιλλη με εκείνη του Θεόφραστου στο περί λίθων. 

Η μελέτη που διενήργησε το ινστιτούτο ανόργανης χημείας του πανεπιστημίου του Κιέλου για τις λευκαντικές και καθαριστικές ιδιότητες των γαιών του αρχαίου κόσμου που διεξήγαγαν οι Klaus Beneke και Gerhard Lagaly αν και κινείται σε διαφορετικό επιστημονικό πεδίο ξεκινάει με τον στίχο του Αριστοφάνη που αναφέραμε στην αρχή, και απ’ αυτήν πληροφορούμαστε πως:

Κατά τον Διοσκουρίδη το αναφερόμενο μίγμα που αποτελείται από κιμωλία γη και νίτρο αποτελούσε το καλύτερο σαπούνι για τον καθαρισμό του σώματος εκείνη την εποχή! Μάλιστα στην συγκεκριμένη εργασία που έχει κατατεθεί στα αγγλικά ο αριστοφανικός λουτράρης αποκαλείται όχι … Batman αλλά Bathmann!

Όποιος θέλει να πληροφορηθεί περισσότερα δεν έχει παρά να γράψει στη μηχανή αναζήτησης Google τη λέξη kimolian earth και θα βρει εύκολα το σχετικό αρχείο σε μορφή pdf.

Συμπερασματικά μπορούμε εύκολα ν’ αντιληφθούμε ότι η Κίμωλος και τα προϊόντα της ήταν διαδεδομένα σε κάθε γωνιά του τότε γνωστού κόσμου, έχουν καταγραφεί και περιγραφεί από τα πλέον έγκυρα ιστορικά πρόσωπα και ότι ο ορυκτός της πλούτος ήταν εκείνος που καθόρισε ανεξίτηλα την ιστορική της διαδρομή από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.                                                                                                                                                                                                                      
                                                                                                                                               ΚΙΜΩΛΙΑ ΓΗ
ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Ο δαίμων της τεχνολογίας στάθηκε αφορμή στην τελευταία ανάρτηση να ‘’χαθεί’’ η μετάφραση του αποσπάσματος του Αριστοφάνη από τους Βατράχους που εξηγεί τι ακριβώς γινόταν στα αρχαία δημόσια λουτρά όπου ο καθαρισμός των ανθρώπων γινόταν με το σούπερ σαπούνι της εποχής την κιμωλία γη. Για να γίνει πιο εύκολα κατανοητό το περιεχόμενο του πρωτότυπου αποσπάσματος το παραθέτω εκ νέου συμπληρωμένο από την κατά τεκμήριο ακριβή σημερινή του απόδοση.

Κλειγένης ὁ μικρός, ὁ πονηρότατος βαλανεὺς ὁπόσοι κρατοῦσι κυκησιτέφρου ψευδολίτρου κονίας καὶ Κιμωλίας γῆς, χρόνον ἐνδιατρίψει·

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Ο κοντοπίθαρος Κλειγένης, ο παμπόνηρος λουτράρης (υπεύθυνος των δημόσιων λουτρών της αρχαίας Αθήνας) χειρότερος από κάθε άλλον περνούσε τον καιρό τον καιρό του νοθεύοντας την κιμωλία γη με κυκησίτεφρο ψευδόλιτρο κονία, (πιο απλά με σταχτόνερο ή κατά το κοινώς λεγόμενο αλισίβα.)

Η σχετική ανάρτηση συμπληρωνόταν από την αναφορά του Διοσκουρίδη περί Κιμωλίας γης και την πληροφορία ότι για την χρήση της κιμωλίας γης γινόταν ανάμειξη με νίτρο προκειμένου να επιτευχθεί το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα καθαρισμού.

Οδηγός μας σ’ αυτό είναι η ιστοσελίδα του μουσείου τεχνολογίας και κέντρου διάδοσης επιστημών της Θεσσαλονίκης που θα τη βρείτε αν κλικάρετε στη μηχανή αναζήτησης τη λέξη νόησις.

Από κει θα μάθουμε τι ήταν και τι έκαναν τα αρχαία κναφεία. Με απλά λόγια τα υφαντουργεία της αρχαιότητας. Η συνέχεια στο post που ακολουθεί, όπου μέσω της αναφοράς αυτής μπορούμε να πάμε ένα βήμα πιο κάτω παρουσιάζοντας τη σχέση της κιμωλίας γης με την αρχαία ελληνική τεχνολογία και συγκεκριμένα το ρόλο που έπαιζε στην εξέλιξη της νηματουργίας και της κατασκευής υφασμάτων.                                                                      
                                                                                                                                                       ΑΡΧΑΙΑ ΚΝΑΦΕΙΑ

Αρχαία Κναφεία βρέθηκαν στην Πομπηία - δύο από τα κτίσματα της πόλης - με διακόσμηση επάνω στους τοίχους σχετική με τα στάδια των εργασιών στους εν λόγω χώρους. Κναφεία βρέθηκαν επίσης στην πόλη των Χορσίων στη Βοιωτία, αλλά και στην Ισθμία της Κορινθίας.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι από το στάδιο αυτό της όλης υφαντικής δραστηριότητας, απουσιάζει εντελώς η γυναικεία παρουσία, καθώς το τελευταίο αυτό στάδιο του υφαντικού κυκλώματος και στη μυκηναϊκή και στην κλασική εποχή υπήρξε χώρος ανδρικός, αστικός, της αγοράς και των ανταλλαγών. 

Χρήση - σχετικές διαδικασίες

Η επεξεργασία του υφάσματος μετά τον αργαλειό ήταν απαραίτητη καθώς το ύφασμα έβγαινε αδρό, αραιοϋφασμένο, όχι αρκετά στερεό, με αποτέλεσμα για να αποκτήσει συνοχή και να γίνει ταυτόχρονα μαλακό και αφράτο να πρέπει να περάσει από δύο στάδια κατεργασίας. Το πρώτο απαιτούσε το ύφασμα να βραχεί για αρκετές ώρες σε νερό περιδινούμενο και το δεύτερο να χτυπηθεί για αρκετές ώρες μέχρι να φουσκώσουν οι ίνες και να αποκτήσουν πάχος και συνοχή.

Στην κλασική Ελλάδα οι εργασίες επεξεργασίας των υφασμάτων ήταν αποχωρισμένες από τον κύριο κορμό των υφαντικών εργασιών οι οποίες γίνονταν στα πλαίσια του οίκου, και πραγματοποιούνταν από άνδρες επαγγελματίες τους κναφείς στα αρχαία κναφεία. Οι κναφείς στην αρχαιότητα και κυρίως στην ελληνιστική περίοδο ήταν οργανωμένοι σε συντεχνίες και τα εργαστήριά τους ήταν κλειστά, μέσα στην πόλη. Για να εξασφαλίσουν το απαραίτητο για τη δουλειά τους νερό, έπρεπε να προβούν σε ειδικές συνεννοήσεις με τις αρχές, ενώ η τέχνη τους είχε να κάνει τόσο με την κατεργασία των καινούργιων υφαντών, όσο και με το πλύσιμο και τη μεταποίηση των παλιών υφασμάτων.

Πολύ κατατοπιστική είναι η σχετική αναφορά του Ιπποκράτη (Ι, 642): 

και οι γναφέες τούτο διαπράσσονται. Λακτίζουσι, κόπτουσι, έλκουσι, λυμαινόμενοι ισχυρότερα ποιούσι, κείροντες τα υπερέχοντα και παραπλέκοντες καλλίω ποιέουσι

Σύμφωνα λοιπόν μ' αυτή την περιγραφή λειτουργικά οι εργασίες είναι ανάλογες της σύγχρονης εποχής. Τα υφάσματα βρέχονταν με άφθονο νερό και περιδινούνταν με ένα εργαλείο, πιθανόν σαν μακρύ μπαστούνι, τον στροβέα (Σχολ. Αριστοφάνη, Ιππής, 386). Παράλληλα, χρησιμοποιούνταν διάφορες χημικές ουσίες για την απομάκρυνση των λιπαρών ουσιών, όπως π.χ. το νίτρον ή λίτρον (Πολυδεύκης VII 39, X 135), κυρίως το προερχόμενο από τη Χαλάστρα της Μακεδονίας (λίτρον Χαλαστραίον, Πολυδεύκης VII 39), ή η ΚΙΜΩΛΙΑ ΓΗ, η αργιλώδης γη, με ιδιότητες κατάλληλες για την επεξεργασία των μαλλιών (Στράβων X, 484 και Πλίνιος, Historia Naturalis XXXV 195, 196). 

Μετά την απομάκρυνση των λιπαρών ουσιών έστειβον τα υφάσματα, τα πατούσαν δηλαδή μέσα σε μεγάλες γούρνες προφανώς για αρκετή ώρα, ενώ έπειτα τα στέγνωναν σε βέργες που κρέμονταν από την οροφή. Αφού λοιπόν το ύφασμα είχε αποκτήσει το επιθυμητό πάχος, έπρεπε να το βουρτσίσουν ή να το περάσουν μ' ένα εργαλείο με δόντια ή μ' ένα αγκαθωτό αντικείμενο ή ίσως ακόμη και να το κείρουν, να αφαιρέσουν δηλαδή όλες τις τριχούλες που περίσσευαν ώστε να ξεμπλέξουν οι ίνες του μαλλιού και να γίνει μαλακό στην υφή.

Σχόλιο του γράφοντος


Σε αντίθεση με την πληροφορία περί μη γυναικείας παρουσίας στην υφαντουργία την κλασσική εποχή, βρίσκουμε να γίνεται Αριστοφανική αναφορά περί υφαντουργίας στη Λυσιστράτη (στίχοι 730-735) όπου δυο γυναίκες ζητούν άδεια από την ηρωϊδα του έργου να γυρίσουν σπίτι τους προκειμένου να απλώσουν το μαλλί και να χτυπήσουν το λινάρι γεγονός που φανερώνει ότι στην Αθήνα της κλασσικής περιόδου η υφαντική τέχνη ήταν κατά βάση οικιακή απασχόληση που την εξασκούσαν γυναίκες.