Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2015

Κίμωλος 9/1884 από τον James Th. Bent (Μέρος 1ο)


 Γκραβούρα άγνωστης χρονολογίας. Φαίνεται ο Αϊ Φτάθης και η Κίμωλος. Πιθανόν στο βάθος φαίνεται και το κάστρο της Κιμώλου. (βλ. εικόνα)


Αυτό το νησί αποτέλεσε έκπληξη μετά το τελευταίο. Αντί για τις εύφορες κοιλάδες, τους πλούσιους κήπους, τα λουλούδια και επενδυμένους λόφους της Σίφνου, ήμαστε τώρα σε ένα χαμηλό, γυμνό νησί που βρίσκεται σε ηφαιστειακό σχηματισμό. Οι ραβδώσεις του πράσινου, κόκκινου και κίτρινου χρώματος στους βράχους, λες και έχουν βγει από μία από τις χοάνες του Ηφαίστου, δίνουν μια περίεργη, παράξενη πτυχή για κάθε πράγμα. Το χώμα είναι καφέ και λεπτό και δεν έχει ένα δέντρο για να δεις. Εμείς αποβιβαστήκαμε σε ένα μικρό λιμάνι που ονομάζεται ''Πράσινο'' (ενδεχομένως να εννοεί τα Πράσα), από τα βράχια που την περιβάλλουν.

Περπατήσαμε σε ένα μικρό δρόμο και όλα έγιναν κόκκινα και στη συνέχεια πήγαμε λίγο πιο πέρα και κάθε τι έγινε λευκό. Τώρα είμαστε σε ένα λατομείο από ένα είδος λευκών πωρόλιθων, εύκολο να κοπεί και πολύ βραβευμένο για χτίσιμο, για να σκληρύνει με το χρόνο. Είναι η παλιά <<terra Kimolia>> (Κιμώλια γη), από τον οποίο οι αρχαίοι έκαναν τη γη πληρέστερη.

Κοντά στο σημείο αυτό έχουν βρεθεί ποσότητες αρχαίων αγγείων και εργαλείων, ακόμη και η μικρή βιομηχανία του τόπου, είναι σε αυτό το λατομείο. Τα καϊκια κάτω από το Πράσινο λιμάνι μεταφέρουν αυτή την πέτρα, η οποία λαμβάνεται στην Αθήνα για οικοδομικούς σκοπούς.

Ο καπετάν Γιώργης δεν μας αντιμετώπισε καλά, γιατί είχαμε κουβαλήσει τη τσάντα και τις αποσκευές, σε απόσταση αρκετής ώρας από την πόλη περπατώντας, όπου δεν υπάρχουν ζώα όπως θα έπρεπε να είχαμε, λέγοντας ότι το χειμώνα το λιμάνι κοντά στην πόλη ήταν επικίνδυνο, δήλωση που βρήκαμε να μην είναι ακριβώς αλήθεια. Αλλά το Πράσινο λιμάνι ήταν πολύ βολικό για την επιστροφή του στη Σέριφο, ως εκ τούτου και η επιθυμία του να μας αφήσει εκεί. Ήταν ένας γνήσιος απόγονος των ένδοξων προγόνων του. Graca mercari fide, είναι όπως εφαρμόζεται σήμερα, όπως ήταν στους ρωμαϊκούς χρόνους και επιπλέον η αμαρτία του ψεύδους δεν είναι μία από τις αμαρτίες που ανταποκρίνεται στην αποδοκιμασία της Ανατολικής Εκκλησίας.

Δεν υπάρχουν μουλάρια στην Κίμωλο, μόνο άθλια γαϊδουράκια που δεν είναι πολύ μεγαλύτερα από τα σκυλιά της Νέας Γης. Σε ένα από αυτά η Κυρά Λεμονιά επέστρεφε από τα χωράφια της και μας προσπέρασε. Ήταν αρκετά μεγάλη και επέμεινε σε εμάς να γίνει χρήση των ζώων της. Έπειτα, συναντήσαμε μια πομπή να έρχεται για μας από την πόλη. 

Τα γαϊδουράκια είναι μικρά στην Κίμωλο και οι σέλες είναι μεγάλες και ικανές να ταλαντευτούν δυσάρεστα. Επομένως, θα έπρεπε να κάθεσαι πλάγια και να κλίνεις προς τα πίσω. Είναι μια αίσθηση που φρόντισα να δοκιμάσω μόνο μία φορά. Έτσι στην Κίμωλο προτίμησα να περπατήσω.

Είχε σκοτεινιάσει αρκετά από τη στιγμή που φτάσαμε στην μοναχική πόλη του νησιού. Είναι μια περιτοιχισμένη πόλη ( που λένε), όπως και πολλές πόλεις άλλων νησιών. Οι πλάτες των σπιτιών σχηματίζουν όλες ένα τείχος που εγγράφεται από την πύλη στα δύο άκρα. Οι δρόμοι έχουν ως συνήθως τη μορφή λωρίδας, είναι βρώμικοι όπως και τα σπίτια που είναι από το περπάτημα στους δρόμους. Κάτω από την ύπαρξη (κατοικία), η αποθήκη και το χοιροστάσιο. Στους δρόμους υπάρχουν πλατφόρμες, όπου κάθονται και γίνονται όλα τα κουτσομπολιά της Κιμώλου (...)

Το κατάλυμα μας στην Κίμωλο δεν ήταν πολύ μεγάλο. Το σπίτι είχε μόνο δύο δωμάτια: μια αίθουσα υποδοχής και ένα υπνοδωμάτιο. Το βράδυ είχαμε πλήθος επισκεπτών, ο ιερέας, ο διδάσκαλος και ο έπαρχος της Μήλου, ο οποίος έτυχε να είναι στο νησί για μία επίσκεψη. Άντρες και γυναίκες της κατώτερης τάξης γιόρτασαν με τα μάτια τους πάνω μας από μακρυά, δηλαδή από το τέλος του άλλου δωματίου, περίπου δεκαπέντε πόδια μακρυά (5 μέτρα).

(...)
Η μικρή λάμπα πετρελαίου έκαιγε όλη τη νύχτα εμπρός από το σκευοφυλάκιο του νοικοκυριού. Η γωνιά είναι γεμάτη ιερές εικόνες, είναι μια μεγάλη ενόχληση. Κάποιες παλιές ξύλινες εικόνες έχουν φθαρεί με το φιλί, μερικές νέες φανταχτερές από το Άγιο Όρος σε επιχρυσωμένα πλαίσια, τα στέφανα του γάμου, μερικές θρησκευτικές εικόνες από τη Ρωσία και το ξεδιάντροπο θυμιατήρι, στο οποίο το Σάββατο καίγεται το λιβάνι για να αγιάσει το σπίτι. Αλλά τη νύχτα, όταν η λάμπα καίει με τρεμάμενο φως σε αυτό το ιερό της οικογένειας, είναι δυσάρεστο, ειδικά όταν οι ακτίνες πέφτουν στην εικόνα του Αγίου Μιχαήλ ή σε κάποια άλλη φρικτή εικόνα ενός Αγίου ο οποίος έχει υποστεί αμέτρητα βασανιστήρια.

Κάθε ιδιοκτήτης έχει <<το όνομα του Αγίου>> μέσα στο σύνολο των εικόνων με βάση τον οποίο γιορτάζει.
Την επόμενη μέρα βρήκαμε την οικοδέσποινα μας και άλλες κυρίες της Κιμώλου πρόθυμες να έρθουν πολύ πριν ντυθούμε. Είναι υπερβολικά πρωτόγονες στους τρόπους τους, με λίγη σεμνότητα και την προφανή επιθυμία να είναι φιλόξενες. Είναι πολύ επικοινωνιακές όσον αφορά τα έθιμα και τις πεποιθήσεις τους και ποτέ δεν έχω συναντήσει τίποτα πιο γελοίο από τις δεισιδαιμονίες.

Συνεχίζεται...

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Μια αναφορά του 1778 για τη ζωή στην Κίμωλο...

(Παραδοσιακή ενδυμασία Κιμώλου 1778)

Α. ΒΙΖΑΝΙ  ΚΙΜΩΛΟΣ

Το 1793 κυκλοφόρησε στο Λονδίνο ένα εικονογραφημένο χρονικό περιηγήσεων στην Ελλάδα που πραγματοποιήθηκαν από τον Μάιο του 1788 ως τον Φεβρουάριο του 1789. Συγγραφέας του αξιόλογου αυτού οδοιπορικού φέρεται ένας ανώνυμος <<Ιταλός τζέντλεμαν>>. Στον τίτλο, ωστόσο, προβάλλεται ο Άγγλος ζωγράφος και αρχιτέκτονας JAMES STUART, γνωστός από τις εργασίες (μαζί με τον συνάδελφο του REVETT) αποτυπώσεων αρχαίων αθηναϊκών μνημείων.

Δημιουργείται έτσι το ερώτημα: ποιος ήταν ο πραγματικός συγγραφέας του χρονικού; Μήπως ο JAMES STUART; Αλλά ο Άγγλος καλλιτέχνης και αρχαιολόγος είχε πεθάνει στις αρχές του 1788, πριν ακόμα πραγματοποιηθεί το επίμαχο ταξίδι στην Ελλάδα.
Ο Άγγλος αρχαιολόγος JAMES MORTON PATON υποστηρίζει ότι ο ανώνυμος συγγραφέας είναι ο Ιταλός ALESSANDRO BISANI.
Στο βιβλίο υπάρχουν μόνο πέντε χαλκογραφίες του STUART από την Αθήνα κι οπωσδήποτε αυτές οι εικόνες δεν ήταν αρκετές να του εξασφαλίσουν την πατρότητα του έργου. Φαίνεται ότι η προβολή του ονόματος του JAMES STUART έγινε από τον εκδότη αποκλειστικά για κυκλοφοριακούς λόγους. Η αιτία που υπαγόρευσε την αποσιώπηση του ονόματος του ALESSANDRO BISANI παραμένει άγνωστη.
Γεγονός πάντως είναι πως ο Ιταλός περιηγητής, ευσυνείδητος, απροκατάληπτος, κάτι ολότελα ασυνήθιστο για καθολικό, ενημερωμένος και προικισμένος με ερευνητικό πνεύμα, έδωσε ένα λαμπρό ταξιδιωτικό κείμενο. Μερικές παρατηρήσεις του μάλιστα πάνω σε καίρια προβλήματα του τότε Ελληνισμού είναι πολυσήμαντες.

Η περιήγηση στον Ελληνικό χώρο αρχίζει από την Κίμωλο, πολυσύχναστη σκάλα στις Κυκλάδες σ΄ολόκληρο τον ΙΗ' αιώνα, όπου ο ανώνυμος περιηγητής και οι συνταξιδιώτες του έφθασαν τέλη Μαίου 1788.

Όλοι οι κάτοικοι του νησιού έσπευσαν στην κατοικία του προεστού όπου είχαν καταλύσει οι ξένοι <<για να τους δουν και να μάθουν νέα>>. Ο σπιτονοικοκύρης πρόσφερε στους επισκέπτες γάλα, (το μόνο που παράγει το νησί), χωρίς να δεχθή χρήματα.

<<Η διακόσμηση του σπιτιού προσαρμοσμένη στην αισθητική και στις συνήθειες του τόπου, ήταν όλη όλη κάτι μικρά επιχρυσωμένα κανάτια από κιμωλία γη και εικόνες αγίων>>.
Πρόσεξε ότι όλοι οι νησιώτες άκουγαν τον προεστό με μεγάλη προσοχή. <<Με τα άσπρα γένια του, το επιβλητικό και μεγαλόπρεπο ύφος και κυρίως την ηλικία και την υποδειγματική αρετή του, έχει εξασφαλίσει  την εμπιστοσύνη των συμπατριωτών του. Είμαι βέβαιος πώς στην Ελλάδα ανακουφίζεται κανείς από τα βάσανα των γερατειών με το σεβασμό, την υπακοή και την καλοσύνη που συναντά σ' όλους τους νέους>>. Οι κάτοικοι της Κιμώλου ήταν όλοι ναυτικοί και οι περισσότεροι από αυτούς άριστοι πιλότοι. Μιλούσαν ιταλικά, γαλλικά, ακόμα και αγγλικά. Οι γυναίκες έπλεκαν κάλτσες μπαμπακερές που αποτελούν βασικό έσοδο για το πάμπτωχο νησί.

Στους περισσότερους από τους ξένους, που ταξίδεψαν στην Κίμωλο προκαλούσε εντύπωση η ζωηρή κοινωνικότητα των γυναικών. Έτσι πολλοί επηρεασμένοι από τις παλαιότερες περιπέτειες του νησιού, που είχε μεταβληθεί σε καταφύγιο των πειρατών κατά τους χειμερινούς μήνες, μιλούσαν για ανηθικότητα. Η ίδια πλάνη και οι ίδιες παρεξηγήσεις είχαν δημιουργηθεί και κατά τον ΙΖ' αιώνα στους ταξιδιώτες που έβλεπαν την ελευθερία των γυναικών της Χίου. Ο Ιταλός περιηγητής έχει την ικανότητα να ανακαλύψει τα αίτια της πρόθυμης επικοινωνίας των γυναικών της Κιμώλου με τους ξένους, κάτι αδιανόητο για τους πληθυσμούς των άλλων νησιωτικών και ηπειρωτικών ελληνικών περιοχών.

<<Η φυσική τους ζωηράδα, μαζί με την επιθυμία να διαθέσουν τα χειροτεχνήματα τους, έχουν δημιουργήσει τόση οικειότητα με τους ξένους, ώστε πολλές από αυτές μας έπιαναν από το μπράτσο και μας οδηγούσαν στα σπίτια τους. Αυτή η συμπεριφορά καλλιέργησε την εντύπωση ότι οι γυναίκες της Κιμώλου δεν είναι ενάρετες>>. Στην πραγματικότητα προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να εξασφαλίσουν την πώληση των προϊόντων τους που αποτελούσαν την μοναδική ελπίδα για επιβίωση στο ολότελα άγονο νησί τους.

Δεν είναι ούτε όμορφες ούτε άσχημες, παρατηρεί ο συγγραφέας του χρονικού. << Έχουν πλούσιο στήθος και πολύ παχιά πόδια. Γι' αυτά τα χοντρά πόδια τους καμαρώνουν ιδιαίτερα και κάνουν ότι μπορούν (φορώντας κυρίως πολλά ζευγάρια κάλτσες) για να αυξήσουν τον όγκο τους. Η φορεσιά τους είναι περίεργη. Πάνω στο πουκάμισο που κουμπώνει κάτω από το στήθος και φθάνει λίγο κάτω από τα γόνατα, φορούν ένα χρυσοκέντητο ζιπούνι με κόκκινη μπορντούρα που περιβάλλει το στήθος χωρίς να εμποδίζει την προβολή του. Ένα μαντήλι στερεωμένο στο κεφάλι κυματίζει πίσω. Φοράνε άσπρες κάλτσες, μικρά υποδήματα και κεφαλοδέσια κάθε λογής>>.

Όλα τα παιδιά του χωριού ζητούσαν από τους ξένους <<ένα παρά>>. Οι κάτοικοι ζούσαν σε εξαθλίωση. Ωστόσο, παρατηρεί ο περιηγητής, τα εγκλήματα είναι σπάνια στο νησί.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Κάμε και συ να 'χεις...


<< Ρώτησα πολλούς Κυκλαδίτες ναυτικούς για την ικανότητα των Κιμωλιατών καραβοκυραίων και ναυτικών και όλοι βγάλανε το καπέλο. Τους παραδέχτηκαν και τους αναγνώρισαν. Εμείς θα βρεθούμε πάλι ασκητές χειμερινοί στο μικρό λιμάνι του Αη- Μηνά, αλλά σε μια άλλη εποχή. Τότε που μπαινοβγαίναν τα πανάδικα καϊκια, μ' όλη την επιδεξιότητα και την σβερτοσύνη. Γι' αυτό αν δε βαρυγκομάς κι έχεις την καλή διάθεση, μπορείς ν' ακούσεις και να πληροφορηθείς πολλά, απ' τη ζωή και τα έργα εκείνου του παραγνωρισμένου ναυτόκοσμου.

Μια φορά λοιπόν κάποιος Κιμωλιάτης καραβοκύρης είχε <<καργάρει>> (μπατάρει) το καϊκι του μες στη θάλασσα με σκοπό να το <<παλαμίσει>>. Δηλαδή, να το καθαρίσει από κάτω και να το λιπάνει προσεχτικά. Το ξεσαβούρωτο καϊκι - λένε οι ναυτικοί - μοιάζει πάντα σαν το λαούτο! Το γέρνεις και το πασπατεύεις όπου θες, βάρδα να μη σου τουμπάρει απότομα! Έτσι γίνεται και με το πλεούμενο. Το γέρνεις μέχρι να φανερωθεί η καρένα του, κάνεις τη δουλειά σου και γλυτώνεις τη φασαρία να το τραβάς ανήμπορος στη στεριά.

Αφού λοιπόν το ξέπλυνε αρχικά, άρχισε να το καλαφατίζει κανονικά: Να φράζει δηλαδή τους αρμούς του ξύλου, με το <<καλαφατικό>>. Αυτό το εργαλείο ήταν ένα μονό ή διπλό ατσάλινο κοπίδι που το χτυπούσε με τη <<ματσόλα>> (ξύλινο πλατύ σφυρί), για να σπρώχνει όσο πιο βαθιά χωρούσε μέσα στους αρμούς, το ποτισμένο με κατράμι κλώστινο στουπί.

Έτσι γινόταν το καλαφάτισμα. Και μ' αυτές τις προετοιμασίες θα προχωρούσε τώρα ο καπετάνιος, στη δεύτερη και απαραίτητη φάση των εργασιών του, δηλαδή στο παλάμισμα. Για να παλαμίσει όμως τα πλευρά του έπρεπε να 'χει φτιάξει το υλικό και να διαθέτει το ειδικό εργαλείο.

Το προφυλαχτικό αυτό υλικό - δηλαδή την <<απαλάμη>> - παρασκεύαζαν μονάχοι τους οι καραβοκύρηδες! Ήταν ένα λίπος που το βγάζανε από την εξωτερική επιφάνεια των νεφρών του μοσχαριού. Το χτυπούσαν με χοντρό αλάτι πάνω στα γκρεμνά και όταν διαμορφωνόταν σε μια συμπαγή μάζα σαν μπάλα, τη φύλαγαν και τη χρησιμοποιούσαν όταν την ήθελαν. Πριν από τη χρήση ζεσταίναν πάντα την απαλάμη. Μετά ρίχναν και <<τερματίνη>> (κομμάτια σαν πίσσα κόκκινη) για να πήζει. Κι άλλες φορές πάλι την ανακάτευαν με <<κοκκινάβαρη>> (κόκκινη ώχρα) έτσι που να δίνουν και χρωματισμό στο παλάμισμα!

Μέχρι εδώ λοιπόν πήγαιναν μια χαρά! Μα την τελευταία ώρα που χρειάστηκε να παλαμίσει το καϊκι του, δεν βρήκε πουθενά τη <<μαλακταριά>>: Μακρύ ξύλινο κοντάρι περίπου σαν το σκουπόξυλο, που με μια πιθαμή αρνίσια προβιά με φουντωτό μαλλί δεμένο στην άκρη, θα μάζευε το υλικό και θ' άλειφε τα πλευρά. Τότε μεσ' στην παραζάλη του, θυμήθηκε κάποιο συμπατριώτη του νοικοκύρη. Το 'βαλε στα πόδια και έτρεξε να δανειστεί τη μαλακταριά του. Ευτυχώς τον πρόλαβε και ζήτησε γεμάτος αγωνία αυτό που του 'λειπε. Εκείνος τότε χωρίς βιασύνη και άρνηση του απάντησε ειρωνικά:

- Κοίτα να δεις πόσες έχω... Μια - δυο - τρεις!
- Μωρέ δόσ' μου μια, να παλαμίσω το σκαφίδι μου, κι άσε τα μετρήματα κατά μέρος. Ήρθε όμως η σωσίβιος λέμβος σαν τον κεραυνό. - Δεν σου δίνω ούτε μια του 'πε. Γλάρωσε τα μάτια του ο κακόμοιρος και τον κοίταξε με μια περίεργη απορία.

- Μωρέ ήντα 'ναι τούτα που μου λες συνάδελφε;
- <<Κάμε και συ να 'χεις>>! του επανέλαβε απειλητικά ο κάτοχος των τριών κρεμασμένων μαλακταριών. Όχι γιατί ήταν κακιασμένος, αλλά γιατί το 'ξερε, και ήταν κατάλληλη η ευκαιρία να τον διδάξει κάτι. Πως ό,τι έχεις ανάγκη για μια δουλειά, πρέπει να το συγκεντρώνεις νωρίτερα και όχι να ψάχνεις να το βρεις τελευταία ώρα. - Κάμε και συ να 'χεις... - Κάμε και συ να 'χεις...

Μονολογούσε τώρα κι έτρεχε με τη μαλακταριά στα χέρια, μπας και προλάβει διαλυμένη και ζεστή ακόμα, την <<απαλάμη>> του. Κι όσο άλειφε όλο κι επαναλάμβανε την απόκριση του συναδέλφου του, που τον έκαψε. <<Κάμε και συ να 'χεις>>! Μια ακόμη παροιμιώδης φρασεολογία των Κιμωλιάτικων αναγνωσμάτων, που βγήκε μέσα απ' τις αγωνίες, τις συναλλαγές, το διάλογο, αλλά και τη βαθιά φιλοσοφία των παλιών ανθρώπων του μόχθου και της αρμύρας.>>

Πηγή: <<Κιμωλιακών Παροιμιών το Ανάγνωσμα>> του Αντωνίου Γ. Τρούλλου.

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

Αγάντα Μπάτη - Μπότη μου...



<<Η Κίμωλος είχε πάντα καταξιωμένους ναυτικούς και καραβοκύρηδες. Ξεχωριστά οι << πανάδες>> όσοι ταξίδευαν με πανιά, ήταν ξακουστοί και έμπειροι στη δουλειά τους.

Γι' αυτό και τα ξενικά ιστιοφόρα, τους χρησιμοποιούσαν για πλοηγούς στα δύσκολα περάσματα των Αιγαιοπελαγίτικων καναλιών.

Η ζωή τους συνδεόταν με τις χαρές και λύπες της θάλασσας. Πριν ακόμα τα καϊκια του <<Σάρδη>> και του <<Καντσού>> γίνουν μηχανοκίνητα, όλα τ΄άλλα άνοιγαν στο πέλαγος με πανιά.

Αν μπορούσε να ξανασμίξει κανείς με κείνους τους θαλασσόλυκους; Αν κατόρθωνε να συνταξιδέψει με τα πληρώματά τους; Να δοκιμάσει τις αγωνίες τους, να θαυμάσει την αντοχή τους, να καταγράψει τις προσταγές και τις συμβουλές, θάχε πολλά να πει και να μεταφέρει σ' αυτή τη στήλη: Ανέκδοτα και παροιμίες- ναυτικά κελεύσματα και κουβεντολόι σε ναυτική διάλεκτο. Ευκαιρία λοιπόν να ερευνήσουμε όσους απόμειναν και να παρουσιάσουμε με σεβασμό και αγάπη ότι μπορεί να διασωθεί απ' την λαογραφία του ναυτόκοσμου της Κιμώλου.

Έτσι ο Ανδρέας Σαραμάσκος μας διηγείται:

Είχε ένα Μανιάτικο σκαρί τύπου << Μπότση>>, κάποιος καπετάνιος από την Κίμωλο που ο καημός του και το μεράκι του ήταν πώς θα ξεπερνούσε τα ιστιοφόρα των συμπατριωτών του, όταν ταξίδευε. Βέβαια ήταν κι αυτό μια παλικαριά! Να ξεκινάς την ίδια ώρα μ' ένα πλεούμενο και να φουντάρεις πρώτος στον Πειραιά ή στην Ψάθη. Ότι ακριβώς γινόταν κάποτε με το <<Ιόνιο>> και το <<Κίμωλος>>.

Όμως μερικές φορές φαίνεται πως την πάθαινε σαν συναγωνιζόταν με το γοργόφτερο σκαρί του << Μαρσάγγελου>>. Γι' αυτό πάνω στα σκαμπανεβάσματα και κονταροχτυπήματα του αγέρα, τον άκουγαν που παρακαλούσε και υποσχόταν συνέχεια:


<<Αγάντα Μπάτη - Μπότη μου = ( νοτιά μου και καϊκι μου)
και μην 'πομένεις πίσω
κι αν πιάσεις το <<Μαρσάγγελο>>
θε να σε χρωματίσω>>.

- Ο Καπετά - Δημήτρης ο Καναβάρης δούλεψε κι αυτός σκληρά κι ασταμάτητα με τη θάλασσα. Αυτός μάλιστα κατάφερε και όριζε δυο καϊκια. Το πρώτο τ' ονόμαζε <<Άρης>> και το δεύτερο <<Άρενα>>! Μα το πιο σπουδαίο ήταν, πως σαν τραβήχτηκε απ' τη θάλασσα, όταν ο μόχθος κι' η αρμύρα αυλάκωσαν με βαθιές ρυτίδες το πρόσωπό του απώλεσε και το γλυκό του φως. Έτσι όποτε κι αν γύριζαν τα καϊκια του στο νησί τα πρόσμενε με μια κρυφή λαχτάρα στην άκρη του λιμανιού. Κι' ενώ έπαιρνε είδηση την παρουσία τους, δεν είχε την εικόνα τους μπρος στα μάτια του, για να τα συνοπάρει με τ' όνομά τους. Όταν λοιπόν τύχαινε να φανεί ένα απ' τα δυο στη μπούκα του λιμανιού, ρωτούσαν μερικοί νησιώτες τον Καπετάνιο:

- Μήπως είν΄ο <<Άρης>>; Κι εκείνος τότε τους έδινε την απόκριση: - Αν είν' ο <<Άρης>> θα είναι μέσα ο Καπετάν - Δημήτρης ο Καναβάρης. Κι όταν πάλι τον ξαναρώταγαν: - Μήπως είν' η <<Άρενα>>; Τους απαντούσε περίχαρος: - Αν είν' η <<Άρενα>> θα είναι μέσα η Καπετάν- Δημήτρενα η Καναβάρενα.

Να θυμηθούμε λίγο τη θλιβερή ιστορία από το τέλος του θρυλικού Ιάσονα, που όταν πια δεν έβλεπε την <<Αργώ>> προτίμησε να φτάσει μέχρι τη Κόρινθο, για ν' αντικρύζει το σκελετό της και να τελειώσει μ' ένα χτύπημα απ' το μαδέρι της, τη ζωή του, ή να μεταφέρουμε τις τελευταίες πεθυμιές κάθε απόμαχου καραβοκύρη και ναυτικού που νοσταλγεί πάνω σ' ένα καράβι να κάνει το ταξίδι του για τον Άδη;

<<Ας ήμουνα στη θάλασσα σ' ένα καράβι απάνω,
ας μ' έβρεχε το κύμα της κι ύστερα ας πεθάνω>>.

Υ.Γ.: Αφιερωμένο σ' όλους τους Κιμουλιάτες ναυτικούς, που άλλοι μεταφορικά και άλλοι κυριολεκτικά έδωσαν τη ζωή τους στη θάλασσα...

Πηγή: <<Κιμωλιακών Παροιμιών το Ανάγνωσμα>> του Αντωνίου Γ. Τρούλλου.

Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

Οι Δρίμες του Αυγούστου...


<<Τελευταία μέρα του Ιουλίου! Παραμονές του 15Αύγουστου! Ο παπά- Δημήτρης σήμανε με τις καμπάνες της Παναγιάς τον εσπερινό. Τις άκουγε κι η κυρά- Μαρία από τον <<ΚΑΜΠΟ>> και σταυροκοπήθηκε με ευλάβεια:

-Φύλαξόν μας Κύριε, από τις δρίμες των έξι πρώτων ημερών του Αυγούστου.
Την ίδια ώρα μερικές παλιές νοικοκυράδες οδεύανε καλοντυμένες στην εκκλησιά και 'φχόταν η μια στην άλλη:

-Καλή Πρωτοδριμιά κερά- Στέλλα
-Καλές δρίμες κερά- Ρηνιώ μου.

Η κερά Κατίνα όμως συμβούλευε και το εγγονάκι της.
- Έχε το νου σου μωρέ Γιώργη, αύριο να μην έμπεις στη θάλασσα. Ε χρειάζεται κολύμπι σημαδιακή μέρα. Θα τρυπήσει μωρέ το δέρμα σου, και το μπανιερό σου, ούτε και να κάτσεις πολύ ώρα στον ήλιο. Θα τρυπήσουν τα ρούχα σου και οι φανέλες σου.

Ο Γιωργάκης όμως δε χαμπάριαζε από τέτοια. Μεγάλες οι αποστάσεις ανάμεσα στα νιάτα και στα γεράματα. Μα 'κείνη ήξερε τι έλεγε, γι' αυτό επέμενε να λάβει τα μέτρα. Βρήκε μάλιστα και ένα βραχιολάκι σιδερένιο και του το πέρασε στο χέρι εξεπίτηδες: 
- Για να μην σε πιάσουν μωρέ οι δρίμες, τού 'πε...

Ηξημέρωσε δα και η άλλη μέρα, έγινε η λειτουργία της Πρωτοδριμιάς κι ήδειξε μια κατασκοπευτική ματιά το καταμεσήμερο - η κερά- Κατίνα- προς τις ακτές και τις αμμουδιές της Αλυκής και την Μπονάτσας. Εν είδε όμως πολλούς μπανιαδόρους κι ηυχαριστήθηκε.

- Δόξα συ ο Θεός είπε, τό 'πιασε ο κόσμος πως ο ήλιος τις μέρες αυτές κάνει κακό. Από περιέργεια μάλιστα πήε πιο κοντά, να δει εκείνες οι άμυαλες κοπέλες, μπας και βγάλαν σήμερα τα στήθεια με τις μαύρες ρόες στον καύσωνα.
Μα σαν αντίκρυσε μερικές απογοητεύτηκε. Ευτυχώς τουλάχιστον που δεν ήτανε Κιμωλιάτισσες...

Εδώ που τα λέμε αρκετοί είχαν ξανακούσει για τις δρίμες αλλά κανείς σχεδόν δε θυμόταν κάτι το συγκεκριμένο. Αρωτήσαμε τους πολύ παλιούς και βρήκαμε κάποιαν άκρη.

Ήτανε λοιπό ν οι Δρίμες οι <<Δρίμιδες νύμφες>> ή οι <<Δρυάδες>> νεράιδες που παρουσιαζόταν σαν κακά πνεύματα του Αυγούστου και προξενούσαν καταστροφές. Έλα όμως που πάλι η κερά- Μαρία θυμόταν περισσότερα πράγματα.

- Αυτές παιδάκι μου είναι οι πρώτες έξι κακόγουστες ή γρουσούζικες μέρες του Αυγούστου ή και του Μάρτη, γι' αυτό και αποφεύγαμε στην εποχή μας να εκτελούμε καμιά δουλειά.

- Ούτε πλύναμε ρούχα γιατί δριμιάζανε. Δριμοκοβούντανε δηλαδή όταν τ' απλώναμε στον ήλιο και γιόμιζαν από μικρές τρύπες. Μα δεν μπαίναμε και στη θάλασσα, γιατί γιόμιζε το σώμα ξανθήματα, ούτε και λούζαμε τα μαλλιά μας γιατί χαλούσε η κόμη μας.

- Μωρέ κι εμένα έλεγε η θειά μου ( συμπλήρωσε η Κερά- Ζαμπέτα) πως οι Δρίμες βγαίνανε και τις έξι πρώτες μέρες του Μάρτη. Θυμόταν μάλιστα κι έναν γέρο μαραγκό που δεν έκοβε ξύλα με το πριόνι αυτές τις μέρες, γιατί σαρακιάζανε από τα σκουλήκια.

- Γι' αυτό δα λοιπόν επικράτησε τότε και η σχετική παροιμία:


<< Τ' Αυγούστου οι Δρίμες στα πανιά 
και του Μαρτιού στα ξύλα>>

Ο κυρ Γιάννης που παρακολουθούσε άφωνος τη συζήτηση δεν άργησε να βγάλει γρήγορα τα συμπεράσματα του.

- Μπράβο κόψιμο του μυαλού οι παλιοί! Ο καυτερός ήλιος του Μάρτη και του Αυγούστου τα δημιούργησε όλα στις έξι μέρες.
Ο δριμύς και καυστικός ήλιος που συμπίπτει μάλιστα με την είσοδό του στον ολέθριο για τα εγκαύματα <<αστερισμό του κυνός>> (δηλ. του σκυλιού).

Όλοι λοιπόν συμφώνησαν πως η έκθεση του δέρματος ειδικά αυτές τις μέρες στον ήλιο βλάπτει φοβερά και ολέθρια. Καίει τα μάλλινα, χαλάει τα μαλλιά, προξενεί καρκίνο στο δέρμα και σκουληκιάζει τα ξυλικά!

Μόνο που στη σημερινή εποχή, επιστήμονες μέσω των τηλεοπτικών μηνυμάτων καταμετρούν τον ήλιο και μας προειδοποιούν για τις καυστικές καρκινοφόρες του επιδράσεις.


<<Ήλαξε ο Μανωλιός κι ήβαλε τα ρούχα αλλιώς>>

Και κάτι άλλο ας καταλαγιάσουν λοιπόν όσες ασυναίσθητα τα βγάζουν όλα στον ήλιο! Οι Δρίμες, οι νεράιδες του Αυγούστου παραμονεύουν πάντα με τις ακτίνες τους...........>>

Πηγή:  << Κιμωλιακών Παροιμιών το Ανάγνωσμα>> του Αντωνίου Γ. Τρούλλου.

Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

Αϊ Γιάννης ο Κλήδονας


Στην περιοχή Πύργος υπάρχει ένα πολύ γραφικό ξωκκλήσι, το οποίο έχει εγκαταλειφθεί εδώ και χρόνια και σιγά σιγά ο χρόνος αφήνει τα σημάδια πάνω του.

Η ομάδα του History of Kimolos βρέθηκε εκεί πριν από 2 χρόνια και αποθανάτισε την κατάσταση στην οποία βρίσκεται.

Με αφορμή λοιπόν τη γιορτή του Αϊ Γιαννιού και το έθιμο του Κιμουλιάτικου Κλήδονα, που έλαβε χώρα στην κεντρική πλατεία της Κιμώλου, τον Κάμπο, αποφασίσαμε να σας γράψουμε για το συγκεκριμένο ξωκκλήσι, πριν ο χρόνος το σβήσει μια για πάντα. Όσον αφορά το έθιμο του Κιμουλιάτικου Κλήδονα, θα αναφερθούμε σε άλλη μας ανάρτηση.

Δυστυχώς δεν έχουμε πληροφορίες για το εν λόγω ξωκκλήσι, πότε εγκαταλείφθηκε και για ποιο λόγο, το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι οι εικόνες του έχουν μεταφερθεί σε άλλους ναούς του νησιού.

Υ.Γ.: Όσοι γνωρίζετε που βρίσκεται το ξωκκλήσι και θέλετε να το επισκεφθείτε, μεγάλη προσοχή λόγω του ότι υπάρχει υψηλός κίνδυνος για τη σωματική σας ακεραιότητα.









Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Ένα θαύμα της Παναγίας της Μναστηριώτισσας



Αυτή τη φορά θα περιπλανηθούμε στα <<Μναστήρια>> της Κιμώλου. Ν' ανάψουμε τα σβηστά καντήλια της Παναγιάς, να προσκυνήσουμε τις εικόνες της, να λιβανίσουμε δίχως φόβο και μέσα απ' του λιβανιού την άχνα και το βοητό της θάλασσας, να μεταφερθούμε σε μιαν άλλη εποχή.

Κάποια νύχτα του χειμώνα, με το κύμα να σπα αγριεμένο στα διπλανά βράχια και τους Κουρσάρους να κοιμούνται ελεύθερα και κατάχαμα, στο χώρο της εκκλησίας. Δυο τρεις γυναίκες που βόσκουνε στην περιφέρεια εκείνη τα πρόβατα τους, ξεκινούν με πίστη και ευλάβεια ν' ανάψουν σύναυγα τα καντήλια.

Έτσι συνήθιζαν τότε. Πριν ακόμα χαράξει, οι γυναίκες να 'χουν κάμει τούτο το ιερό χρέος- ν' ανάψουν και να λιβανίσουν το θαυματουργό ξώκκλησο!

Αυτή την παραδοσιακή συνήθεια θα τη συναντήσουμε και στη Σίφνο. Και ξεχωριστά κάθε Σαββατόβραδο που δεν έπρεπε ποτέ να μένουνε σβηστά τα καντήλια της Παναγίας της Χρυσοπηγής ( βρίσκεται κι αυτή χτισμένη κοντά στη θάλασσα). Το επιβεβαιώνει μάλιστα και ο ποιητής Αριστ. Προβελέγγιος στο σχετικό με τη Χρυσοπηγή ποίημά του:

<<..Αυτό ν' το τάξιμό των κάθε Σαββάτο βράδυ
αυτό ν' το τρέξιμο των σε νύχτες σε σκοτάδι...>>

Χαρακτηριστικό είναι πως τούτες δω οι δύο παραδόσεις συμβαδίζουν και συνταιριάζουν μεταξύ τους. Και ξεχωρίζουν μόνο στο τρόπο της θεϊκής επέμβασης, για την απολύτρωση των γυναικών από τα χέρια των φοβερών κουρσάρων.

Αλλά ας δούμε τα πράγματα με την κανονική τους εξέλιξη. Φτάσανε λοιπόν οι γυναίκες στο Μοναστήρι της Παναγίας της Χρυσοπηγής. Μα σαν άνοιξαν την πόρτα, αντίκρυσαν ένα τρομακτικό θέαμα. Τους κουρσάρους να κοιμούνται κάτω στο δάπεδο. Καμμιά όμως δεν υποχωρούσε. Η πίστη τους νικά! Έτσι μπαίνει η πρώτη μέσα και ανάβει αθόρυβα το καντήλι της Παναγιάς. Οι άλλες με το θιμιατό στο χέρι προσπαθούν ν' ανάψουν πρώτα τα κάρβουνα κι ύστερα να ρίξουν το λιβάνι στη φωτιά. Δεν είναι απαραίτητο να μπουν μέσα. Μπορεί κι από την πόρτα να εκτελέσουν το χρέος τους. Κι' έτσι ήταν το πιο σωστό.

Όλα τώρα έχουν τελειώσει κανονικά. Μα ο καπνός το φως και τα βήματα των γυναικών που απομακρύνονται, τους ξυπνούν και τους βάζουν σ' ανησυχία. Τρέχουν τότε να τις συλλάβουν.

Θα χρησιμοποιήσω πάλι μερικούς στίχους από το ποίημα του Προβελέγγιου, για ν' αποδείξω μέχρι εδώ πόσο συνταιριάζουν οι παραδόσεις μας:

<< Μα την στιγμή εκείνη ηθέλησεν η μοίρα οι φοβεροί κουρσάροι να ξυπνήσουν και με κραυγές βλαστήμιες να τις κυνηγήσουν...>>

Παρ' όλο όμως που οι κουρσάροι τρέχουν και στην Κίμωλο, είναι αδύνατο να φτάσουν και να συλλάβουν την τελευταία. Αυτή την τολμηρή γυναίκα που με τόση πίστη άναψε το καντήλι της Παναγίας. Έτσι αφού <<έγινε καπνός>> και χάθηκε απ' τα μάτια τους, κανείς τους δεν συνέχισε να τις κυνηγά. Πάνω σ' αυτή την αφορμή η λαϊκή πίστη και παράδοση τοποθετεί την Θεϊκή επέμβαση, για την απολύτρωση των γυναικών από τους Κουρσάρους.



Η πίστη και η ευλάβεια όπλισε με φτερά αγγελικά τις γυναίκες για να γίνουν άπιαστες και άφαντες από τα χέρια και τα μάτια των πειρατών. Μα ο υπερήφανος κουρσάρος, απέδωσε σε μαγικά κι άλλα αίτια τη γρήγορη απομάκρυνση εκείνης της τελευταίας Κιμωλιάτισσας. Γι' αυτό της φώναζε δυνατά, για να τον ακούσει και να δικαιολογήσει την αποτυχία του!

<<Αχ! διαόλου κόρη δε σού 'ραψε η μάνα σου το πουκάμισο σου (πουκαμίσα) με κορθαλιά να μπερδέψουνε τα ποδάρια σου...>>

Εδώ είναι απαραίτητο να εξηγήσουμε τί είναι η <<κορθαλιά>> για να δώσουμε πιο εύκολα την έννοια αυτής της παροιμιώδους φράσης που λέγεται μέχρι σήμερα στην Κίμωλο.

Είναι λοιπόν η <<Κορθαλιά>> το κλώστινο κρόσι, ή πιο απλά, το περίσεμα της κλωστής από το στημόνι της κρεβαταριάς (= του αργαλιού) με το τέλειωμα ενός υφαντού. Αυτές τις κοντές κλωστές, αφού τις ψαλιδίζανε απ' το υφαντό, τις παίρνανε τις ένωναν τις περνούσανε σε βελόνες και ράβανε τα ρούχα τους, εκείνο τον καιρό. Έπρεπε όμως όταν έκαναν την ένωση μεταξύ τους να βάζουν σταυρωτά τις κλωστές για να φεύγει το κακό από πάνω τους. Γιατί αν δεν τις σταύρωναν, όποιος ή όποια φορούσε ρούχο ραμμένο με κορθαλιά, μπερδεύονταν τα πόδια και δεν μπορούσε να τρέξει γρήγορα. Για τούτο ακριβώς απέφευγαν να ράβουν με ασταύρωτη κορθαλιά, τα παντελόνια των μικρών παιδιών.

Όπως και τα παντελόνια των κληρωτών για να μη μπερδεύουνε τα πόδια όταν αντιμετωπίζανε πόλεμο. Αυτή λοιπόν τη σκέψη έκαναν κι οι κουρσάροι. Δεν ήταν ραμένη η πουκαμίσα της γυναίκας με ασταύρωτη κορθαλιά, γι' αυτό έγινε καπνός και χάθηκε απ' τα μάτια τους!..>>

Πηγή: <<Κιμωλιακών Παροιμιών το Ανάγνωσμα>> του Αντωνίου Γ. Τρούλλου.